Δανειακές συμβάσεις πιστωτικών ιδρυμάτων σε ελβετικό φράγκο

Γκοτσοπούλου, Δανειακές συμβάσεις πιστωτικών ιδρυμάτων σε ελβετικό φράγκο

Σοβαρό ζήτημα, μεταξύ άλλων έχει ανακύψει για δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες τραπεζικών δανείων σε ελβετικό φράγκο. Οι γενικοί όροι των τραπεζικών δανειακών συμβάσεων έχουν αποτελέσει τα τελευταία τρία χρόνια αντικείμενων ποικίλων νομικών ερμηνειών, συζητήσεων και διενέξεων στο πλαίσιο εάν τελικά η τραπεζική δανειακή σύμβαση είναι σύμβαση προσχώρησης ή σύμβαση διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, δανειολήπτη και πιστωτή, αφού στην πρακτική ο δανειολήπτης ζητά να δανειστεί ένα ποσό από τον πιστωτή (Τράπεζα) υπογράφοντας την δανειακή σύμβαση την οποία ποτέ ο δανειολήπτης δεν διαβάζει αφού παρουσιάζεται από το πιστωτικό ίδρυμα ως μια απλή τυπική διαδικασία «άνευ σημασίας» ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα νομικά δεσμευτικό έγγραφο που οφείλει να γνωρίζει καλά τους όρους του ο δανειολήπτης από την στιγμή που το υπογράφει και δεσμεύεται.

Η αναγκαιότητα λήψης δανείου από τον δανειολήπτη από την μια και η ανεξέλεγκτη και αλόγιστη χορήγηση δανείων από τα πιστωτικά ιδρύματα από την άλλη οδήγησαν σε υπογραφή τραπεζικών συμβάσεων τα τελευταία χρόνια χωρίς κανείς να φαντάζεται τις επιπτώσεις για όλους ανεξαιρέτως.

Σύμφωνα με το Νόμο 2251/1994, άρθ. 2 παρ. 6 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό είχε πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 10 παρ.24 στοιχ. β του Ν.2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά βάσει προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου στην σύμβαση, θεωρείται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται σύμφωνα με την Απόφαση του Αρείου Πάγου 904/2011. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο Εθνικό Δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές. Επίσης στην Οδηγία αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση. Εξάλλου η ρύθμιση του Νόμου 2251/1994 του άρθρου 2 παράγραφος 6 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω παράγραφος, στην αρχική της διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, διαφοροποιούμενη από την διατύπωση του άρθρου 3 της παραγράφου 1 της Οδηγίας 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου, η οποία κάνει λόγο για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Βέβαια θα μπορούσε κανείς να πει ότι η γραμματική τυπική ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη» διατάραξη θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων συναλλαγών, και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Επιβάλλεται επομένως η από κοινού ερμηνευτική προσέγγιση του Εθνικού Δικαίου με την ερμηνεία της Οδηγίας, όπως ο όρος υπέρμετρη διατάραξη εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει ουσιώδη ή σημαντική διατάραξη.

Οι προδιατυπομένοι όροι που περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους συναλλαγών χωρίς να έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών δανειολήπτη και πιστωτή, κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ που πραγματοποιούνται από τον δανειολήπτη καθ΄ όλη την διάρκεια αποπληρωμής του δανείου είναι αόριστοι ασαφής, ως εκ τούτου δε, καταχρηστικοί και άκυροι. Συγκεκριμένα, παραβιάζεται από το Πιστωτικό Ίδρυμα με τους όρους αυτούς η υποχρέωση σαφήνειας των γενικών όρων συναλλαγών, η οποία επιτάσσει όπως οι όροι είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ούτως ώστε ο απρόσεχτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής δανειολήπτης να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 711/2011).

Οι δανειολήπτες- καταναλωτές που έχουν συνάψει δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο οφείλουν να προβούν σε όλες εκείνες τις νόμιμες νομικές ενέργειες προκειμένου να μην διογκωθεί το τελικό ποσό καταβολής τόσο ως προς το κεφάλαιο όσο και ως προς τους τόκους έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Pin It