Η καταχρηστικότητα των γενικών όρων συναλλαγών των τραπεζικών συμβάσεων έχει οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο εκατέρωθεν τα συμβαλλόμενα μέρη δανειοδότη, δανειολήπτη και εγγυητή

Γκοτσοπούλου, καταχρηστικότητα τραπεζικών συναλλαγών

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών» όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 10 παρ. 24 του Ν.2741/1992 και το εδ. α αυτής μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3587/2007, που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχτητικότατα ενός ΓΟΣ κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007, 975), οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο αυτή χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί καταναλωτικά ή στεγαστικά ή άλλης μορφής δάνεια.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που οι πιο πάνω αναφερόμενες ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου από το νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ΄ αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.

Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή, για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου, που θέλει ν΄ αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες.

Οι Γενικοί όροι συναλλαγών, τέλος πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή. Ο Ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13 του Συμβουλίου της ΕΟΚ ‘σχετικώς με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων συναπτομένων μετά των καταναλωτών’ (ΑΠ 7/2011 ΝoΒ 2011, 562, ΑΠ 1001 /2010 ΕΕμπΔ 2010, 943, ΑΠ 2123/2009 ΔΕΕ 2010, 714, ΕφΠειρ 11/2011 ΔΕΕ 2011, 814, ΕφΘεσ312/2010 Αρμ 2011, 979, ΕΦΘρακ. 261/2009, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1558/2007 ΕλλΔ2007, 902, ΕφΑθ 776/2006 ΕλλΔ 2006, 1499, ΠΠΑθ 7967/2008 Αρμ 2009, 1892, ΠΠΘεσ 31919/2007 Αρμ 2008, 244, ΠΠΘεσ 36104/2006 Αρμ 2007, 570, ΠΠΘεσ 12504/2006 Αρμ 2006, 1041). Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρ. 1 παρ 4 α΄ του Ν. 2251/1994, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ του καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Αναγκαίες προϋποθέσεις προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής το πρόσωπο που επιζητεί την προστασία του νόμου, είναι να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και ο προμηθευόμενος τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες να είναι ο τελικός αποδέκτης τους. Καταναλωτής άλλωστε θεωρείται ο τελικός οικονομικός αποδέκτης των ανωτέρω προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά, ανεξαρτήτως αν αυτά (υπηρεσίες ή προϊόντα) προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση και δεν αποβλέπουν στην ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών, όπως απαιτούσε το προηγούμενο δίκαιο (αρ.2 παρ. 1 του Ν. 1961/1991). Επομένως, οι διατάξεις του αρ. 2 του Ν. 2251/1994 εφαρμόζονται ευθέως ή κατά αναλογία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟ και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την Τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της Τράπεζας (ΕφΠειρ72/2011 ΔΕΕ, 701, ΕφΑθ730/2005 ΕΕμπΔ 2005 ,741, οι οποίες έκριναν ότι καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών –προϊόντων Τράπεζας, χωρίς να ενδιαφέρεται αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση, πρβλ. ΑΠ1343/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ733/2011 ΕΕμπΔ 2011, 819, ΑΠ 16/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ989/2004 ΕΕμπΔ 2005, ΕφΛαρ 133/2010 ΕΕμπΔ 2011, 145, ΕφΘεσ 1215/2008 ΕΕμπΔ 2008, 1154, οι οποίες έκριναν ότι υπάγονται στο ν.2251/1994 οι ζημίες σε περιουσιακά αγαθά που προορίζονται για επαγγελματική χρήση, αντίθετα ΑΠ1738/2009 ΕφΑΔ 2010, 439, ΕφΑθ3670/2012 ΔΕΕ 2012, 1039, ΕφΑθ. 1159/2012 ΔΕΕ 2012, 676, ΕφΛαρ806/2010 ΕΕμπΔ 2011, 461, ΕφΘεσ 1429/2009 ΕΕμπΔ 2009, 1010, ΕφΘες 317/2009 ΔΕΕ2009, 819, ΠΠΑθ 7169/2010 ΝοΒ2011, 351, ΠΠΙωανν. 206/2010 ΕΕμπΔ 2011, 430, κατά τις οποίες μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος ενώ εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η ΑΠ1332/2012 ΤΝΠ Νόμος παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τα εξής νομικά ζητήματα: α) αν οι δανειολήπτες, οι οποίοι με σκοπό την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, έχουν την ιδιότητα των καταναλωτών και β) αν τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν και ιδίως τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες (παραιτηθέντες των οικείων ενστάσεων) υπέρ τέτοιων δανειοληπτών, όταν τα ίδια δεν ενεργούν στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, έχουν αυτή την ιδιότητα, απόφαση δε επ΄αυτής δεν έχει ακόμα εκδοθεί). Η προστασία του καταναλωτή του ν. 2251/1994 επεκτείνεται και στον εγγυητή είτε όταν η κύρια οφειλή υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού είτε όταν ο εγγυητής θεωρείται τελικός αποδέκτης παρέχοντας εγγύηση στα πλαίσια μη επαγγελματικής του δραστηριότητας για εξυπηρέτηση όχι δικών του συμφερόντων, αλλά για την εξασφάλιση της οφειλής εμπόρου (ΕφΠειρ 52/2011 Αρμ. 2012,1711).

Καταναλωτής θεωρείται και ο εγγυητής σε σύμβαση με την οποία χορηγείται πίστωση σε έμπορο από Τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι για να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη αμπορική του δραστηριότητα (ΕφΘεσ 459/2011 ΕΕμπΔ 2011, 535, ΕφΘεσ 2788/2009 ΕΕμπΔ 2010, 196). Άλλωστε, ο έλεγχος που επιβάλλει ο νόμος 2251/1994 έχει σκοπό την προστασία του καταναλωτή ως τέτοιου νοούμενου όχι μόνο του πελάτη της Τράπεζας, ο οποίος είναι ο πιστολήπτης, αλλά και του εγγυητή του, ο οποίος δεν είναι ο πελάτης και συνεπώς αποδέκτης των υπηρεσιών της Τράπεζας, διότι, ενόψει της φύσης της εγγύησης ως παρεπόμενης της πίστωσης σύμβασης και της άρνησης των Τραπεζών να καταρτίσουν τη σύμβαση παροχής πίστωσης αν η εγγύηση δεν προσλάβει το περιεχόμενο που αυτές προτείνουν, καθίσταται αντιφατικό να μην έχει και ο εγγυητής την ιδιότητα του καταναλωτή (ΕφΑθ 5253/2003 ΕΕμπΔ 2003, 643, ΠΠΘες31919/2007 Αρμ 2008, 244 , αντιθ. ΑΠ 904/2011 Αρμ 2012, 1708, ΕφΑθ 3670/2012 ο.π., ΕφΑθ. 3984/2011 ΔΕΕ 2011, 1276, ΕφΘεσ 492/2010 ΕΕμπΔ 2011, 81 κατά τις οποίες ο συμβαλλόμενος στην εγγύηση δεν είναι αποδέκτης των προσφερομένων από την Τράπεζα υπηρεσιών και συνεπώς δεν είναι καταναλωτής.

Κράτα το

Pin It