Για τις αλλαγές στα πανεπιστήμια δεν αρκεί να βγάλουμε την φουστανέλα και να φορέσουμε τα φράγκικα

Εμφανίσεις: 541

Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθούμε την πορεία του διαλόγου για την παιδεία, που ξεκίνησε πριν ένα μήνα στους Δελφούς. Μέχρι στιγμής βρισκόμαστε στο σημείο που το Υπουργείο Παιδείας ανακοινώνει τις θέσεις και προτάσεις του για τα πανεπιστήμια. Την προηγούμενη εβδομάδα οι θέσεις αυτές παρουσιάστηκαν στην Σύνοδο Πρυτάνεων που έλαβε χώρα στο Ρέθυμνο σε κλειστή συνεδρίαση. Την ίδια στιγμή έξω από την Σύνοδο φοιτητές διαδήλωναν ενώ δεν έλειψαν και οι συγκρούσεις με την αστυνομία και συλλήψεις διαδηλωτών. Να σημειωθεί ότι οι Πρυτανικές αρχές του Μετσόβιου Πολυτεχνείου δεν μετείχαν καν στην συνεδρίαση. Αυτό από μόνο του σηματοδοτεί την στάση που θα κρατήσει η πανεπιστημιακή κοινότητα του Πολυτεχνείου ενόψει των προτεινόμενων αλλαγών.

Η Υπουργός Παιδείας πρότεινε ένα νέο μοντέλο διοίκησης των πανεπιστημίων, νέο τρόπο εκλογής του πρυτάνεως που μπορεί να είναι και καθηγητής εκτός του πανεπιστημίου, διαχωρισμό σε διοικητικά και εκπαιδευτικά καθήκοντα των καθηγητών, αυτοτέλεια των οικονομικών, αξιολόγηση της ποιότητας των σπουδών με αντίχτυπο την χρηματοδότηση, συνενώσεις τμημάτων και ιδρυμάτων και αλλαγές στην ακαδημαϊκή οργάνωση και των προγραμμάτων σπουδών. Με το πρώτο άκουσμα θα έλεγε κανείς ότι οι προτάσεις αυτές είναι σύγχρονές και ελκυστικές και σε κάθε περίπτωση δεν έχουν πολύ-ακουστεί στο παρελθόν. Είναι όμως έτσι στην πραγματικότητα;

Πρόκειται στην ουσία για το αγγλοσαξονικό πρότυπο οργάνωσης και λειτουργίας των πανεπιστημίων που εδώ και αιώνες εφαρμόζεται σε Αγγλία και Αμερική. Η Σύνοδος των Πρυτάνεων ήδη εξεδήλωσε τις έντονες επιφυλάξεις τους και δικαίως κατά την άποψή μου. Διότι η παιδεία είναι ένας χώρος όπου κανένας νόμος και κανένα σύστημα δεν αποτελεί πανάκεια. Άλλωστε σοφά ο νομοθέτης προέβλεψε για την παιδεία νόμο-πλαίσιο, νόμο δηλαδή που έχει την ευελιξία να τροποποιείται και να συμπληρώνεται ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της εποχής και τις ανάγκες της εκπαίδευσης όπως αυτές διαμορφώνονται κατά περιόδους. Εδώ ακριβώς έγκειται και η δική μου επιφύλαξη. Το αγγλοσαξονικό πρότυπο πράγματι ακούγεται ελκυστικό (άλλωστε ως μεταπτυχιακή και επί διδακτορία φοιτήτρια το γνώρισα για αρκετά χρόνια έχοντας προσωπική εμπειρία). Παρόλα αυτά δεν σημαίνει ότι καθετί επιτυχημένο στο εξωτερικό μπορεί να τύχει της ίδιας επιτυχίας και αποδοχής στη χώρα μας, ειδικά όταν πρόκειται για τον χώρο της παιδείας. Πιστεύω ότι το κυρίαρχο ζήτημα δεν είναι να υιοθετήσουμε ένα ξένο σύστημα και να το εφαρμόσουμε στην Ελλάδα. Το ζητούμενο κατά την άποψή μου του διαλόγου για τα πανεπιστήμια είναι να επαναδιατυπώσουμε με επιτυχία προσαρμοσμένο στις σύγχρονες πολιτικο-οικονομικές συνθήκες τον ρόλο, τον στόχο τα μέσα και την λειτουργία του πανεπιστημίου στον 21ο αιώνα. Για να συμβεί αυτό δεν αρκεί να πετάξουμε την φουστανέλα και να βάλουμε τα φράγκικα. Ισχυρίζομαι με άλλα λόγια οι όποιες αλλαγές θα αποφασιστούν, να θεμελιώνονται στην παράδοση, την ιστορικότητα, τον συμβολισμό, τον πολιτισμό, το νομικό και συνταγματικό υπόβαθρο της χώρας μας και κυρίως στο κοινωνικο-πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο και προεκτάσεις της σχέσης μεταξύ της εφαρμογής των όποιων αλλαγών και της εν γένει κοινωνικής εξέλιξης. Αν υποτιμήσουμε αυτή τη διάσταση του θέματος θα είναι μηδενική η προοπτική επιτυχίας οποιασδήποτε μεταρρύθμισης στην παιδεία και τα πανεπιστήμια και μετά από τριάντα χρόνια θα βρεθούμε στο ίδιο σημείο.

Από την εφημερίδα "Απογευματινή" Ενάμιση μήνα, μετά την ανακοίνωση των επιτυχόντων των πανελλαδικών εξετάσεων του Μαΐου, με τα τραγελαφικά αποτελέσματα της κατάργησης της βάσης του δέκα, η κυβέρνηση φαίνεται να διαπίστωσε ξαφνικά την δραματική κατάσταση που επικρατεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και ανακοίνωσε την έναρξη νέου διαλόγου εξπρές διάρκειας τριών μηνών για το νέο τύπου «αλλάζουν όλα σε Πανεπιστήμια και Εισαγωγικές» «αλλάζουν όλα σε ΑΕΙ και ΤΕΙ» ξεκίνησε μια καινούργια «πολιτική καμπάνια» για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κανείς καλόβουλος δεν θα διαφωνούσε με όλα όσα ο ίδιος ο Πρωθυπουργός περιέγραψε ότι συμβαίνουν στα Ελληνικά Πανεπιστήμια και ότι αυτά πρέπει επιτέλους να αλλάξουν. Ο Πρωθυπουργός γνωρίζει καλά τους πανεπιστημιακούς χώρους με όλες τις παραμέτρους τους, αφού διετέλεσε Υπουργός Παιδείας και γνωρίζει καλά ότι οι ευθύνες στον χώρο της εκπαίδευσης είναι διαχρονικές και βαρύνουν όλα τα κόμματα κυβερνώντα και μη με την στάση που έχουν κρατήσει μέχρι σήμερα.

Δεν πρέπει να ξεχνά βέβαια ο Πρωθυπουργός ότι ο ίδιος φέχει την ευθύνη για την αποχώρηση του ΠΑΣΟΚ από την διαδικασία αναθεωρήσεως του Συντάγματος, που τορπίλισε την αλλαγή του άρθρου 16. Σε κάθε περίπτωση και χωρίς να είμαστε αφοριστικοί να μην βλέπουμε την θετική πλευρά των προτάσεων, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι, έστω και ένα ποσοστό από αυτά θα επιτευχθεί. Αναρωτιέται όμως κανείς πως ξαφνικά το πρόβλημα της Παιδείας μετατοπίστηκε μόνο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και ξεχάσαμε την πρωτοβάθμια και την δευτεροβάθμια, αφού μόλις πριν ένα χρόνο κυβέρνηση και αντιπολίτευση συμμετέχοντας στον Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία, στον οποίο όλοι δεσμεύτηκαν αμφισβήτησαν την εκπαίδευση που παίρνει ο μαθητής από το νηπιαγωγείο μέχρι το λύκειο. Μάλιστα στον περσυνό Εθνικό Διάλογο συμμετείχαν ενεργά και ουσιαστικά όλοι οι φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας και όλα τα κόμματα και ολοκληρώθηκε με επιτυχία, τα αποτελέσματα του οποίου παραδόθηκαν στην σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Έκτοτε κανείς δεν έμαθε τι απέγιναν εκείνα τα συμπεράσματα. Αντίθετα ακούσαμε ξαφνικά τις ανακοινώσεις για το «Νέο Σχολείο» που συνοδεύτηκαν με δραματικές περικοπές για την εκπαίδευση, μείωση των προσλήψεων των εκπαιδευτικών, αύξηση των κενών στα σχολεία, κατάργηση και συγχώνευση νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη. Όλα αυτά φυσικά ξεχάστηκαν μέσα σε λίγες μόλις ημέρες από την μεγάλη απεργία των οδηγών φορτηγών και τις νέες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες όπως διαμορφώθηκαν μετά το μνημόνιο.

Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά στη μεγάλη πρόκληση της μεταρρύθμισης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μεταρρύθμιση επιβεβλημένη. Όμως δεν έχει ακόμη απαντηθεί ένα καίριο ερώτημα. Τι είδους Πανεπιστήμιο θέλουμε στην Ελλάδα; Θέλουμε ένα πανεπιστήμιο που θα παρέχει γνώσεις, μόρφωση, θα διαπλάθει πολίτες και θα καλλιεργεί την παιδεία και τον πολιτισμό ανεξάρτητα από την επαγγελματική αποκατάσταση ή ένα πανεπιστήμιο που θα έχει άμεση σύνδεση με την αγορά εργασίας και την παραγωγή; Αν θα μπορούσε να βρεθεί η χρυσή τομή τότε πραγματικά ως λαός θα μπορούσαμε να υπερηφανευόμαστε για την Δημοκρατία μας, την Παιδεία μας, τον Πολιτισμό μας την Γλώσσα τις Τέχνες και τα Γράμματα. Δυστυχώς όμω; «παραπαίουμε» ως χώρα, χωρίς να μπορούμε να βρούμε τον «βηματισμό» μας στον τομέα της Παιδείας.

Πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε την εθνική διάσταση της Παιδείας, χωρίς μικροκομματικές σκοπιμότητες και συμπλέγματα του παρελθόντος. Απαιτείται να γίνουν αλλαγές όχι μόνο για να αποκατασταθούν οι αδικίες και τα λάθη που έχουν γίνει για δεκαετίες εξ’ αιτίας μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, δογματικών και αρτηριοσκληρωτικών απόψεων αλλά και γενικότερα για να επιβληθεί νέο ήθος και νοοτροπία στον χώρο των πανεπιστημίων. Να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των νέων απέναντι στο εκπαιδευτικό σύστημα, να προσαρμοσθεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, να αναβαθμιστεί ο πανεπιστημιακός καθηγητής σε ακαδημαϊκό και πνευματικό δάσκαλο. Διότι τα πανεπιστήμια πρωτίστως είναι τα ιδρύματα που διαμορφώνουν την ηθική της επιστήμης. Δυστυχώς αυτό έχει εκλείψει από τα ελληνικά πανεπιστήμια. Για αυτό και συχνά βλέπουμε επιστήμονες και εργαζόμενους αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ να χρηματίζονται, να δωροδοκούνται και να φοροδιαφεύγουν θεωρώντας πολύ φυσικές αυτές τις πρακτικές. Ο σύγχρονος έλληνας πολίτης και με ευθύνη του εκπαιδευτικού συστήματος εμφανίζεται εγωιστής και ενδιαφέρεται πάνω απ΄ όλα για τον εαυτό του και έπειτα για την χώρα του. Και όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες, με ευκολία καταφεύγει στο εξωτερικό είτε για να εργαστεί εκεί, είτε μεταφέρει τα χρήματα του σε τράπεζες του εξωτερικού. Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της ποιοτικά υποβαθμισμένης «δωρεάν» παιδείας που παρέχει το κράτος και τα πανεπιστήμια. Εδώ που φτάσαμε η κατάσταση δεν αμφισβητείται από κανέναν. Όλοι συνομολογούν, ακόμη κι όσοι απεργούν ή διαδηλώνουν, ακόμη και όσοι κυβερνούν ή αντιπολιτεύονται, ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια βιώνουν απαξία. Δεν διαμορφώνουν καμία ηθική και παράγουν μόνο ανεργία. Η διαφωνία προκύπτει στο ερώτημα τι πρέπει να γίνει. Υπάρχουν αυτοί που πιστεύουν ότι πρέπει να αλλάξουμε τα πανεπιστήμια και υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν ότι πρέπει να αλλάξουμε την κοινωνία. Και οι δύο απόψεις είναι πολιτικά θεμιτές. Αλλά δεν είναι εξίσου χρήσιμες. Διότι αν περιμένουμε να αλλάξει πρώτα η κοινωνία για να φτιάξουν τα πανεπιστήμια, τότε θα συνεχίσουν για πολύ ακόμη να τροφοδοτούν τις αρνητικές στατιστικές. Συνεπώς πρέπει να αλλάξουν τα πανεπιστήμια. Για πολλούς λόγους αλλά και για έναν ιδιαιτέρως σημαντικό. Η σημερινή κατάσταση έχει βαθιά ταξικά χαρακτηριστικά. Το πανεπιστήμιο ήταν παραδοσιακά ο προνομιακός μηχανισμός ανέλιξης και κινητικότητας της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν η πόρτα των λαϊκότερων στρωμάτων σε ένα καλύτερο μέλλον. Οι άνθρωποι σπούδαζαν για να προκόψουν και αυτό οι φτωχότεροι το έχουν περισσότερο ανάγκη από τους άλλους.

Υπ΄ αυτή την έννοια η απλοποίηση και υποβάθμιση του πανεπιστημίου συνετελέσθη στο όνομα δήθεν προοδευτικών αντιλήψεων ή υποτιθέμενων λαϊκών συμφερόντων, αλλά αποτέλεσε την πιο βαθιά αντιλαϊκή και αντιδραστική παρέμβαση που έγινε ποτέ στην ελληνική κοινωνία. Όταν το πανεπιστήμιο αποκόπτεται από την κοινωνία, δεν το πληρώνουν όλοι. Το πληρώνουν οι κοινωνικά ασθενέστεροι. Οι άλλοι μπορούν να στείλουν τα παιδιά τους σε όποια πανεπιστήμια της οικουμένης επιθυμούν.

Δημόσια ή μη δημόσια, τα πανεπιστήμια πρέπει να προσαρμοστούν στις ανάγκες και στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας, να γίνουν ανταγωνιστικά και αποτελεσματικά, κι αυτό για να διασφαλίσουν τις προϋποθέσεις κοινωνικής προκοπής και στο «τελευταίο» παιδί του «τελευταίου» πολίτη αυτής της χώρας. Βλέποντας λοιπόν, καλοπροαίρετα την θετική και μόνο πλευρά των όσων ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός περιμένουμε, να γίνουν πραγματικότητα και να μην μείνουν εξαγγελίες και ευχολόγια. Πως όμως, να μην είμαστε δύσπιστοι επί τούτου καθώς διαπιστώνουμε ότι στην σύνθεση της Επιτροπής που θα εισηγηθεί τις προτάσεις αλλαγών για τα Πανεπιστήμια δεν υπάρχει ούτε ένας διαπρεπής Έλληνας επιστήμονας. Και διερωτόμαστε καλοπροαίρετα, δεν υπάρχει κανείς έλληνας στα ελληνικά πανεπιστήμια αλλά ούτε ένας έλληνας επιστήμονας που να έχει διαπρέψει στο εξωτερικό ή ένας της διασποράς που θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στην Επιτροπή για τις αλλαγές στην εκπαίδευση της χώρας μας; Φαίνεται, πως μετά την οικονομία που μας έσωσαν οι ξένοι με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τους καλούμε να μας σώσουν και στον τομέα της παιδείας υποτιμώντας και εκφυλίζοντας για άλλη μια φορά τον πολιτισμό μας και τους εαυτούς μας.

Από την εφημερίδα "Απογευματινή"

Pin It