ΔΙΚΑΙΟ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΩΝ

Εμφανίσεις: 2597

Νομικά Ζητήματα, Διεθνούς, Ευρωπαϊκού και Εθνικού Επιπέδου.

Μικτές Συμβάσεις.

 

Οι έννομες σχέσεις που αναπτύσσονται γύρω από την έρευνα, εκμετάλλευση, μεταφορά και πώληση των υδρογονανθράκων, υγρών και αερίων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λ.π) συνιστούν έναν νέο δυναμικό κλάδο του Δικαίου της Ενέργειας.

 

Θεσμοί του:

  • Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου

  • Αστικού Δικαίου

  • Εμπορικού Δικαίου

  • Διοικητικού Δικαίου

  • Ποινικού Δικαίου

  • Διεθνούς Δικαίου

  • Ευρωπαϊκού Δικαίου

Συνυπάρχουν, τέμνονται και συμπλέκουν σε ένα συναρπαστικό πεδίο αιχμής της οικονομίας και της τεχνολογίας, της οικολογίας και των διεθνών σχέσεων.

Η σημασία των υγρών και αέριων υδρογονανθράκων και του πετρελαίου είναι προφανής. Αγαθά ανελαστικά, κινούν την οικονομία, διαμορφώνουν στρατηγικές, πυροδοτούν πολέμους, σηματοδοτούν γεωπολιτικές εξελίξεις.

Στην χώρα μας, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων έχει απασχολήσει από δεκαετίες τη δημόσια διοίκηση και το επιχειρεί ν.

Η διεθνής νομική βιβλιογραφία παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Οι διεθνείς μεταβαλλόμενες συνθήκες για την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου των χωρών, αλλά και τα γεωπολιτικά διλλήματα που τίθενται, αναζωπυρώνουν το διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό ενδιαφέρον για επιμέρους νομικές πτυχές στο πεδίο αυτό.

Νομικά ζητήματα αναφύονται σε όλα τα στάδια της αξιακής αλυσίδας της εκμετάλλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου.

  • Ζητήματα τόσο ιδιωτικού όσο και δημοσίου δικαίου.

  • Ισχύον Εθνικό Θεσμικό και Ρυθμιστικό Πλαίσιο

  • Ζητήματα Διεθνούς Δικαίου, Δικαίου της Ε.Ε,

  • Αστικού

  • Εμπορικού Δικαίου

  • Διοικητικού Δικαίου

  • Ποινικού Δικαίου

  • Δικαίου Περιβάλλοντος

Έτσι θα εξεταστεί η αρμοδιότητα της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα και, το θεσμικό πλαίσιο της Ενεργειακής Κοινότητας. Το Θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ για την ασφάλεια στις υπεράκτιες δραστηριότητες εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Θα εξεταστούν Διεθνούς Δικαίου Θεσμοί (ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα), τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης στις ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας και η λειτουργία των πλωτών εξέδρων άντλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Θα εξεταστούν η διοικητική διαδικασία για την έρευνα και εκμετάλλευση, προτού εξεταστεί η γενική θεωρία και εφαρμογή περί των συμβάσεων παραχώρησης, το μίσθωμα στις συμβάσεις αυτές και η νομική φύση της σύμβασης παραχώρησης από τη σκοπιά του διοικητικού δικαίου.

Θα εξεταστεί το ζήτημα των συνεργασιών δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, ζητήματα σχετικά με την προστασία επενδύσεων στο συγκεκριμένο πεδίο καθώς και το φορολογικό δίκαιο των υδρογονανθράκων.

Ζητήματα σχετικά με την αστική ευθύνη και κατόπιν με την περιβαλλοντική ευθύνη κατά την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και πετρελαίου και άλλες συνδεδεμένες δραστηριότητες, η ασφαλιστική κάλυψη της ευθύνης λόγω ρύπανσης του περιβάλλοντος και οι πτυχές της ποινικής αντιμετώπισης της ρύπανσης.

Θα εξεταστεί η άρση συγκρούσεων και η επίλυση διαφορών στις Συμβάσεις Παραχώρησης, η διοικητική επίλυση διαφορών κατά το προ συμβατικό και το συμβατικό στάδιο, η διαιτητική επίλυση διαφορών μεταξύ κράτους –παραχωρησιούχου καθώς και ζητήματα σταθερότητας και προσαρμογής των συμβάσεων.

 

ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: ΔΙΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΑΓΟΡΟΠΩΛΗΣΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ

 

α) Συμβατικές υποχρεώσεις κρατών σε σχέση με τη διέλευση ενέργειας μέσω αγωγών, οι οποίοι βρίσκονται ή πρόκειται να κατασκευασθούν στο έδαφός τους (ή σε θαλάσσιες ζώνες, όπου τα κράτη ασκούν δικαιοδοσία),

β) Συμβατικές υποχρεώσεις κρατών υπό διαφορετικές συνθήκες μεταξύ τους.

 

Α) ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Οι διασυνοριακοί αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου στηρίζονται σε μια σειρά συμφωνιών:

1. Μια συνθήκη μεταξύ των χωρών όπου βρίσκεται ο αγωγός, η οποία συχνά αποκαλείται "Διακυβερνητική Συμφωνία".

2. Συμφωνίες μεταξύ του κράτους, στο οποίο βρίσκεται ή πρόκειται να κατασκευαστεί ο αγωγός, και τους επενδυτές του έργου.

3. Εμπορικές Συμφωνίες του έργου.

 

Β) ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

1. Γενική Σύμβαση Δασμών και Εμπορίου [(General Agreement on Tariffs and Trade) Annex IA to the Agreement establishing the World Trade Organization, 1867 UNTS 3] υιοθετήθηκε το 1947 αλλά μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία έληξε εφαρμοζόταν μόνο προσωρινά από τα συμβαλλόμενα μέρη της και έληξε την 1η Ιανουαρίου 1996.

 

2. Συμφωνία για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), (World Trade Organizations Agreement), συνήφθη στις 15 Απριλίου 1994 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995. Μία από τις Συμφωνίες που βρίσκονται στο Παράρτημα της είναι η GATT, η οποία είναι σε ισχύ, έχει τις ίδιες διατάξεις με την GATT 1947, και ονομάζεται συνήθως GATT 1994 και περιλαμβάνει υποχρεώσεις σχετικά με το εμπόριο και τους δασμούς γενικά. Η WTO Agreement περιλαμβάνει μία σύμβαση για την επίλυση διαφορών (Dispute Settlement Understanding, "DSU")που εγείρονται σε σχέση με όλες τις συνθήκες του WTO. Έως την 25 Ιανουαρίου 2014 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου είχε 159 μέλη ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται σημαντικά κράτη εξαγωγών πετρελαίου και αερίου, όπως η Ρωσία, η ΗΠΑ και η Νιγηρία, όπως επίσης βασικά μέλη εισαγωγών ενέργειας, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της, και σημαντικά κράτη διέλευσης ενέργειας, όπως η Ουκρανία και η Τουρκία.

3. Σύμβαση για τον Χάρτη της Ενέργειας (Energy Charter Treaty) done in Lisbon 17 December 1994, entered into Force 16 April 1998. Η σύμβαση περιλαμβάνει υποχρεώσεις για τη διέλευση ενέργειας μέσω αγωγών, το εμπόριο ενέργειας, την προστασία ξένων επενδύσεων, το περιβάλλον και τον ανταγωνισμό, και διαφορετικούς μηχανισμούς για την επίλυση διαφορών. Περιλαμβάνει επίσης μέσα επίλυσης διακρατικών διαφορών, όπως επίσης και μέσα επίλυσης διαφορών μεταξύ κρατών και ξένων επενδυτών. Η γενική διάταξη για την επίλυση διακρατικών διαφορών προβλέπει διαιτησία, αλλά η Συνθήκη περιλαμβάνει επίσης και ειδικό μηχανισμό για την επίλυση διαφορών σχετικά με τη διέλευση. Να σημειωθεί ότι βάσει του ρητού ορισμού στο Άρθρο 1(10) της Σύμβασης ο όρος "διέλευση" περιλαμβάνει τη διέλευση μέσω ξηράς, των εγχώριων υδάτων, της αιγιαλίτιδας ζώνης, της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης(ΑΟΖ). Επίσης το άρθρο 7(8) της ECT είναι μία ρήτρα σύγκρουσης κανόνων που ορίζει ότι τίποτα στη διάταξη διέλευσης της δεν παρεκκλίνει από τους κανόνες που απορρέουν από συνθήκες και έθιμο συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν σε υποβρύχιους αγωγούς και καλώδια. Επιπλέον, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως επίσης η Αυστρία, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Φιλανδία προέβησαν σε δήλωση κατά τον χρόνο σύναψης της Σύμβασης ότι οι σχετικές διατάξεις υπόκεινται είτε σε συμβατικούς κανόνες για τη δικαιοδοσία σε υποβρύχιους αγωγούς και καλώδια είτε στο γενικό διεθνές δίκαιο και δεύτερον 'ότι το άρθρο 7 της ECT δεν πρόκειται να θίξει την ερμηνεία του ισχύοντος διεθνούς δικαίου σχετικά με τη δικαιοδοσία επί των υποβρύχιων αγωγών και καλωδίων.

4. Σύμβαση της Βαρκελώνης (Barcelona Convention and Statute of Freedom of Transit signed at Barcelona 20 April 1921, entered into force 31 October 1922 ) πρόκειται για την πρώτη πολυμερής συνθήκη γενικού χαρακτήρα, η οποία ορίζει την έννοια "διέλευση" και έχει σχεδιαστεί αποκλειστικά για την αντιμετώπιση αυτής της δραστηριότητας. Πιο συγκεκριμένα διέλευση συνιστά το πέρασμα μέσω εδάφους του κράτους διέλευση. Το πέρασμα αυτό αποτελεί "μόνο ένα τμήμα ενός πλήρους ταξιδιού, που αρχίζει και ολοκληρώνεται πέρα από τα σύνορα του κράτους διέλευσης". (Καταστατικό της Βαρκελώνης, Άρθρο 1 ). Να σημειωθεί ότι το άρθρο V of GATT, σχετικά με τον όρο της ελευθερίας διέλευσης υιοθετεί αυτολεξεί τον ορισμό του Καταστατικού της Βαρκελώνης.

Γ) ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥΣ ΑΓΩΓΟΥΣ

  1. Συνθήκη για τον Αγωγό Nabucco

Συμφωνία μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας και της Δημοκρατίας της Τουρκίας σχετικά με τον αγωγό Nabucco, η οποία υπεγράφη στις 13 Ιουλίου 2009.

  1. Συνθήκη για τον Αγωγό TAP

Συμφωνία μεταξύ της Δημοκρατίας της Αλβανίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ιταλικής Δημοκρατίας σχετικά με την Trans Adriatic Pipeline η οποία υπεγράφη στις 13 Φεβρουαρίου 2013.

Δ) ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΝΟΜΙΚΑ ΟΥΣΙΩΔΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Συμβατικές υποχρεώσεις κρατών για τη διέλευση πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω αγωγών.

  1. Η Έννοια της Διέλευσης και το Πεδίο Εφαρμογής Κανόνων Διέλευσης

  2. Υποχρεώσεις Συμπεριφοράς και Υποχρεώσεις Αποτελέσματος

 

Συμπεράσματα

  • Υπάρχει πολυμορφία των πρωτογενών κανόνων σε σχέση με τη διέλευση πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Το άρθρο V of GATT περιλαμβάνει σαφείς υποχρεώσεις αποτελέσματος, και απαιτεί από τα μέλη του WTO (ΠΟΕ) να απέχουν από την παρεμπόδιση διέλευσης και από την επιβολή αδικαιολόγητων περιορισμών και διακρίσεων σε σχέση με τη διέλευση. Ωστόσο τα μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος.

  • Το Άρθρο 7 της ECT υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη διέλευσης να μην διακόπτουν τη μεταφορά διέλευσης ενέργειας μέσω αγωγών, αλλά και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη διευκόλυνση της διέλευσης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη θέσπιση ενός εθνικού ρυθμιστικού πλαισίου που εξασφαλίζει και διευκολύνει την διέλευση χωρίς διακρίσεις, αδικαιολόγητους περιορισμούς, καθυστερήσεις και επιβαρύνσεις, και με την επιβολή αυτών των μέτρων στους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, που λειτουργούν τους αγωγούς υπό την δικαιοδοσία τους.

  • Η σχέση των υποχρεώσεων διέλευσης μεταξύ των δύο συνθηκών, της GATT και της ECT μπορεί να ερμηνευθεί από δύο διαφορετικές νομικές απόψεις. Πρόκειται για μια σχέση ιστορικής επιρροής της GATT επί της ECT, αλλά επίσης για μια σχέση συνεχούς επίδρασης και ερμηνείας με τελικό σκοπό τη ρύθμιση της διέλευσης ενέργειας μέσω αγωγών για όλα τα μέλη του ΠΟΕ.

  • Τέλος η σχέση μεταξύ της ECT και ειδικών συνθηκών για τους αγωγούς ορισμένες φορές ρυθμίζεται από γενικές διατάξεις στις συνθήκες για τους αγωγούς και από τη σχετική διάταξη της ECT. Διαφορετικά, οι γενικοί κανόνες σχετικά με την εφαρμογή διαδοχικών συνθηκών θα λύσουν το ζήτημα της εφαρμογής και σύγκρουσης των κανόνων υπό το άρθρο 7 της ECT και των ειδικών συνθηκών για τους αγωγούς.

 

Κεφάλαιο 2

ΟΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

 

Η διεθνοποίηση της οικονομίας και η δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων πέραν των εθνικών τους συνόρων, καθώς και η επιχειρηματική, οικονομική ανάπτυξη φορέων του δημοσίου τις περισσότερες φορές μάλιστα σε παγκόσμια κλίμακα, δημιούργησε την ανάγκη ανάπτυξης νέων μορφών συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων, μεταξύ επιχειρήσεων και κρατών ή μεταξύ κρατών, που να μπορούν να εφαρμοστούν διεθνώς κατά το δυνατόν αναλλοίωτες. Έτσι βλέπουμε διεθνώς σήμερα διαδεδομένες στην οικονομική και συναλλακτική ζωή σειρά ολόκληρων συμβατικών μορφών, οι οποίες πριν από μερικά χρόνια ήταν ακόμη εντελώς άγνωστες, τουλάχιστον στην χώρα μας. Το ότι οι συμβάσεις αυτές είναι νέες έχει ως συνέπεια ότι δεν έχουν τύχει ακόμη καμιάς ή μόνο μερικής νομοθετικής ρύθμισης και σε κάθε περίπτωση δεν έχουν ενταχθεί σε ένα κωδικοποιημένο σύστημα κανονιστικών συμβατικών τύπων.

Το ζήτημα των μη ρυθμισμένων ενοχικών συμβάσεων είναι γνωστό στην επιστήμη του αστικού δικαίου. Ωστόσο ο νομοθέτης, δεν μπορεί να παρακολουθήσει τη σφύζουσα οικονομική δραστηριότητα και την αέναη εξέλιξη της συναλλακτικής ζωής όπως ραγδαία εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια λαμβανομένου υπόψη μια σειρά νέων διαμορφούμενων και εξελισσόμενων συνθηκών. Εξάλλου οι έννομες σχέσεις που αναπτύσσονται γύρω από την έρευνα, εκμετάλλευση, μεταφορά και πώληση των υδρογονανθράκων, υγρών και αερίων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ.) συνιστούν έναν νέο δυναμικό κλάδο του δικαίου της ενέργειας. Θεσμοί του Διεθνούς, Ευρωπαϊκού, Αστικού, Εμπορικού, Διοικητικού και Ποινικού Δικαίου συνυπάρχουν, τέμνονται και συμπλέκουν σε ένα συναρπαστικό πεδίο αιχμής της οικονομίας και της τεχνολογίας, της οικολογίας και των διεθνών σχέσεων.

Υπό καθεστώς ελεύθερης οικονομίας ο νομοθέτης μόνον ασθμαίνοντας μπορεί να επιτύχει ρύθμιση των συναλλακτικών μορφών που αναφαίνονται στην καθημερινή εξέλιξη των αναγκών και με τις οποίες οι συναλλασσόμενοι επιδιώκουν την επίτευξη των οικονομικών τους στόχων και την ικανοποίηση των συνεχώς νέων αναγκών τους, λαμβάνοντας υπόψη και άλλες επιμέρους παραμέτρους όπως την τεχνολογία και το περιβάλλον. Έτσι, η εκ των προτέρων απαρίθμηση και ρύθμιση κάθε δυνατής συναλλακτικής μορφής γύρω από την έρευνα, εκμετάλλευση, μεταφορά και πώληση υδρογονανθράκων, υγρών και αερίων καθίσταται έργο αδύνατο. Η ελευθερία προσδιορισμού του περιεχομένου των συμβάσεων, παρέχει την δυνατότητα στους συναλλασσόμενους να ιδρύουν και να διαμορφώνουν, ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιδιώξεις τους, ενοχικές σχέσεις σύμφωνα με το Αστικό Δίκαιο στο πλαίσιο των ορίων που χαράσσουν οι διατάξεις ΑΚ 3, 174,178. Εμφανίζονται, λοιπόν μορφές συμβάσεων για την έρευνα, εκμετάλλευση, μεταφορά και πώληση των υδρογονανθράκων, υγρών και αερίων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ.), οι οποίες είτε αποκλίνουν από τους συμβατικούς τύπους που ρυθμίζονται με τις διατάξεις του ΑΚ είτε δεν έχουν καμία σχέση ή ομοιότητα με τις συμβάσεις αυτές. Πρόκειται πολλές φορές για ανώνυμες ή μη ρυθμισμένες συμβάσεις, οι οποίες υπόκεινται καταρχήν στους κανόνες του γενικού ενοχικού δικαίου και στις οποίες μπορεί να ενδείκνυται η ευθεία ή ανάλογη εφαρμογή ορισμένων από τις διατάξεις του ειδικού ενοχικού δικαίου, ή η εφαρμογή διατάξεων του εμπορικού δικαίου ή η εφαρμογή διατάξεων του Δημοσίου ή Διοικητικού Δικαίου ή ευρύτερα διατάξεων του Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου.

Εάν προσπαθήσει κανείς με επιτυχία να ομαδοποιήσει ή συστηματοποιήσει αυτές τις μορφές συμβάσεων, ανάλογα με τους οικονομικούς σκοπούς και τα νομικά αποτελέσματα που επιδιώκουν μέσω αυτών οι συμβαλλόμενοι, δεν θα τα καταφέρει. Μόνο με ιδιαίτερη προσπάθεια και κατά περίπτωση μπορούν μερικές από αυτές τις συμβάσεις νε υπαχθούν σε κάποια οικονομικό-νομική ενότητα ή κατηγοριοποίηση όπως θα προσπαθήσουμε να κάνουμε παρακάτω.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για μορφές συμβάσεων, οι οποίες διαπλάστηκαν καταρχήν εμπειρικά στην πράξη για την επιδίωξη και επίτευξη ορισμένων οικονομικών στόχων καθώς και ικανοποίηση αναγκών που προέκυψαν από την αλματώδη πρόοδο της τεχνολογίας, της διεύρυνσης των διεθνών εμπορικών συναλλαγών, τη συνεχή εμφάνιση νέων μορφών ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας των ανθρώπων. Παρά τη λειτουργική αυτοτέλεια και ετερογένειά τους, τις χαρακτηρίζει μια ευδιάκριτη σχέση προς τη σύγχρονη οικονομία. Ως μέσα διαμόρφωσης οικονομικών σχέσεων στην τεχνολογία, στο εμπόριο, στην οικολογία, στην βιομηχανία και στον τομέα παροχής υπηρεσιών διαδραματίζουν σήμερα προεξέχοντα ρόλο στην παγκόσμια οικονομία.

Όλες αυτές οι συμβάσεις έρευνας, εκμετάλλευσης, μεταφοράς και πώλησης υδρογονανθράκων, υγρών και αερίων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ.) δημιουργήθηκαν πρώτα στο γόνιμο έδαφος του αγγλοαμερικανικού εξαιτίας των οικονομικών συνθηκών και του δικαϊκού συστήματος και αφού δοκιμάστηκαν κυρίως στις ΗΠΑ διαδόθηκαν από εκεί στην Ευρώπη και σε άλλες Ηπείρους. Γι αυτό και τα ονόματα τους προέρχονται σχεδόν όλα από την αγγλοαμερικανική νομική και οικονομική γλώσσα. Το γεγονός ότι η διεθνής πράξη ακόμα και στην Ευρώπη, στην Ιαπωνία ή στην Κίνα χρησιμοποιεί κατά το πλείστον για τις συμβάσεις αυτές την αμερικανική ορολογία είναι χαρακτηριστικό . Υποδηλώνεται έτσι, σαν κοινό στοιχείο όλων αυτών των συμβάσεων, η πέραν του Ατλαντικού προέλευση τους. Είναι γεγονός ότι τα συμβατικά αυτά σχήματα προϋποθέτουν αναπτυγμένη οικονομία και εξελιγμένες συναλλαγές. Για παράδειγμα, θα ήταν αδιανόητες στην αγροτική και προβιομηχανική οικονομία του τέλους του 19ου αιώνα που είχαν κυρίως υπόψη τους οι συντάκτες του γερμανικού αστικού κώδικα και κατ΄ επέκταση, μέσω αυτού οι συντάκτες του Αστικού Κώδικα στην Ελλάδα. Εξάλλου, στα αγγλοσαξονικά δίκαια η έννοια της σύμβασης είναι στενή. Περιλαμβάνει μόνο την αμφοτεροβαρή και τη μη γνήσια ετεροβαρή σύμβαση. Έχει δε εκεί εθιμικά και επιστημονικά αναπτυχθεί το δίκαιο των συμβάσεων (law of contracts) ως αυτοτελής κλάδος του αστικού δικαίου. Αντίθετα στο δίκαιο μας, όπως και στο δίκαιο των άλλων ηπειρωτικών ευρωπαϊκών χωρών, η ευρύτητα της έννοιας «σύμβαση» είναι τόσο μεγάλη, ώστε οι διατάξεις για τις συμβάσεις δεν συνιστούν συστηματική ενότητα μόνο του αστικού δικαίου και δεν αποτελούν ενιαίο κλάδο δικαίου των συμβατικών ενοχών αλλά διατρέχουν ολόκληρο στο σύστημα του ιδιωτικού δικαίου, αφού συμβάσεις συναντάμε όχι μόνο στο ενοχικό αλλά και στο εμπράγματο και στο οικογενειακό, ακόμη και στο κληρονομικό δίκαιο.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των νέων μορφών συμβάσεων που υπάγονται και οι συμβάσεις για την έρευνα, εκμετάλλευση, μεταφορά και πώληση των υδρογονανθράκων, υγρών και αερίων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ.), είναι ότι καταρτίζονται συνήθως είτε βάσει προ συνταγμένων εντύπων, είτε με προ διατυπωμένους γενικούς όρους συναλλαγών, στοιχείο που υποδηλώνει την ανισορροπία ισχύος μεταξύ των συμβαλλομένων. Βέβαια, όταν οι συμβαλλόμενοι είναι οικονομικά περίπου ισοδύναμοι, η σύμβαση δεν καταρτίζεται μαζικά βάσει προ διατυπωμένης συμβάσεως αλλά μετά από ατομικές διαπραγματεύσεις που καλύπτουν όλες τις λεπτομέρειες της συνεργασίας μεταξύ των δύο αντισυμβαλλόμενων μερών. Να σημειωθεί ότι πολλές από τις συμβάσεις για την έρευνα, εκμετάλλευση, μεταφορά και πώληση των υδρογονανθράκων, υγρών και αερίων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ), δημιουργούν τριπρόσωπη ή τριγωνική συμβατική σχέση.

Η σημασία των υγρών και αερίων υδρογονανθράκων για την ανθρωπότητα είναι προφανής: αγαθό ανελαστικό, κινεί την οικονομία, διαμορφώνει στρατηγικές, πυροδοτεί πολέμους, σηματοδοτεί γεωπολιτικές ανακατατάξεις.

Άμεσα συνδεόμενη με το ευρύτερο διεθνές πολιτικοοικονομικό γίγνεσθαι, η έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων αποτελεί ένα από τα λίγα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας τόσο υψηλό επίπεδο ευαισθησίας σε εξωγενείς παράγοντες. Οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο δύνανται να επιδράσουν με καθοριστικό ρόλο στην πορεία όχι μόνο ενός κοιτάσματος, αλλά ολόκληρου του τομέα. Παράλληλα, ένα ευρώ φάσμα δρώντων –κυβερνητικών και μη – με εγγενείς διαφορές ως προς τον τρόπο προσδιορισμού των συμφερόντων τους και με συχνά αποκλίνουσες επιδιώξεις εμπλέκονται στη βιομηχανία υδρογονανθράκων δυσχεραίνουν την πρόβλεψη, τον ορθολογικό σχεδιασμό και εν τέλει, τη λήψη αποφάσεων. Βασικοί παράγοντες αποτελούν πάντοτε η ισορροπία προσφοράς –ζήτησης. Ως ανεξάρτητες μεταβλητές που προσδιορίζουν την ισορροπία προσφοράς -ζήτησης λειτουργούν οι οικονομικές διακυμάνσεις σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο, το πολιτικό σκηνικό διεθνώς και σε συγκεκριμένες μείζονος σημασίας περιοχές για την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και η συν τελούμενη φυσικά τεχνολογική πρόοδος.

Η διεθνής οικονομική συγκυρία, το συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον, η ανάγκη αναζήτησης νέων πηγών πλούτου από τα κράτη, καταδεικνύουν ότι η δυνατότητα εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων συνιστά παράγοντα στρατηγικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική σταθερότητα των κρατών σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν είναι εξάλλου καθόλου τυχαίο ότι αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς, πόλο συγκλίσεως, αποκλίσεως και συγκρούσεως κρατικών και ιδιωτικών συμφερόντων. Στην διεθνή αγορά η ζήτηση και η τιμή των υδρογονανθράκων έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια εντυπωσιακά. Αυτό ισχυροποιεί την σημασία τους για τις χώρες – παραγωγούς και τους καθιστά κρίσιμο σημαντικό και κρίσιμο εργαλεία εξωτερικής πολιτικής.

Η έρευνα και η παραγωγή υδρογονανθράκων είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την οποία εφαρμόζονται εξειδικευμένες τεχνολογίες, απαιτείται υψηλή ροή κεφαλαίων ενώ εμπεριέχονται σημαντικοί κίνδυνοι αποτυχίας (γεωλογικοί, τεχνικοί, περιβαλλοντικοί, εμπορικοί, πολιτικοί) η οποία είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί από νομικής απόψεως με το υπάρχον διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό νομικό πλαίσιο καθώς πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία. Βεβαίως, έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι τα τελικά αποτελέσματα είναι ιδιαιτέρως θετικά τόσο για τα κράτη που έχουν στην κατοχή τους κοιτάσματα υδρογονανθράκων όσο και για τις πετρελαϊκές εταιρίες που τα εκμεταλλεύονται.

Εξαιτίας των ανωτέρω λόγων, τα περισσότερα κράτη δεν αναλαμβάνουν άμεσα τους επιχειρηματικούς κινδύνους και δεν δραστηριοποιούνται στην έρευνα για τον εντοπισμό κοιτασμάτων πετρελαίου ενώ μέσω διεθνών διαφανών διαγωνισμών παραχωρούν τα δικαιώματα τους σε εξειδικευμένες πετρελαϊκές εταιρείες, διασφαλίζοντας όμως αυτά τα δικαιώματα μέσω αυστηρών μικτών συμβάσεων. Τις διαδικασίες των παραχωρήσεων αυτών τις διενεργούν τα κράτη, μέσω ενός αμιγώς κρατικού φορέα, ο οποίος επιπλέον διαπραγματεύεται τις νομικές συμβάσεις με τις πετρελαϊκές εταιρείες και στην συνέχεια ελέγχει την τήρηση των συμβάσεων σε τεχνικά, οικονομικά, εμπορικά και περιβαλλοντικά θέματα. Οι εταιρείες με τη σειρά τους, συνήθως διασπείρουν τους επιχειρηματικούς κινδύνους με τη δημιουργία κοινοπραξιών, ενώ καταβάλλουν στα κράτη υψηλότατους φόρους, συνήθως ως ποσοστό από τα έσοδα παραγωγής, το ύψος των οποίων είναι αποτέλεσμα των διεθνών διαγωνισμών και εξαρτάται από τις εκάστοτε συνθήκες της αγοράς, τις πιθανότητες ύπαρξης υδρογονανθράκων στο υπέδαφος, τις προβλεπόμενες τεχνικές δυσκολίες παραγωγής και μεταφοράς.

.Η διεθνής μακροχρόνια πρακτική στο πεδίο της διαπραγμάτευσης, διαμόρφωσης και κατάρτισης συμβάσεων για την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων έχει αποδώσει σε διεθνές επίπεδο σημαντικό αριθμό διαφορετικών μικτών μορφών συμβάσεων που προκύπτει κάθε φορά από την ανάγκη προσαρμογής στα ειδικά τεχνικά, οικονομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης σε διεθνές επίπεδο διαπραγματεύσεων. Οι συμβάσεις αυτές θα μπορούσαν να διακριθούν σε: α) συμβάσεις παραχώρησης (concession agreements), β) συμβάσεις διανομής της παραγωγής (production sharing contracts/agreements) και γ) συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (service contracts). Όλες οι ανωτέρω μορφές συμβάσεων παρουσιάζουν σε μερικές περιπτώσεις κοινές ομοιότητες αλλά σημαντικές διαφέρουν μεταξύ τους.

 

Ι. Συμβάσεις Παραχώρησης (Concession Agreements)

Οι συμβάσεις παραχώρησης, εντάσσονται στο σύστημα δικαιωμάτων/φόρου (royalty/tax system) και αποτελούν διεθνώς για πολλές δεκαετίες το κύριο συμβατικό μοντέλο για την έρευνα και εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Οι συμβάσεις αυτές καταρτίζονται μεταξύ του Δημοσίου ή αντιπροσώπου του, που ενεργεί για λογαριασμό του πρώτου, και του αναδόχου με αντικείμενο την παραχώρηση σε αυτόν αποκλειστικού δικαιώματος έρευνας, παραγωγής και εκμετάλλευσης, μεταφοράς και εμπορίας των εξορυχθέντων υδρογονανθράκων. Το δικαίωμα αφορά σε συγκεκριμένη περιοχή και παραχωρείται για το χρονικό διάστημα που προβλέπει η σύμβαση. Οι εργασίες γίνονται με δαπάνες του παραχωρησιούχου, ο οποίος φέρει τον αποκλειστικό οικονομικό κίνδυνο όσον αφορά την εκτέλεση του έργου. Ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση οφείλεται στο κράτος η καταβολή δικαιωμάτων (royalties), ήτοι ανταλλάγματος, σε είδος ή χρήμα. Επιπροσθέτως, συνήθως υφίσταται υποχρέωση καταβολής φόρου και ενδεχομένως άλλων ποσών, όπως για παράδειγμα υποχρέωση καταβολής ανταλλάγματος παραγωγής (production bonus) ή μισθώματος ανά μονάδα επιφάνειας για παράδειγμα στρέμμα της περιοχής που διεξάγεται η έρευνα ή εκμετάλλευση (surface fee). Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των συμβάσεων παραχώρησης είναι η περιέλευση των υδρογονανθράκων στην κυριότητα του παραχωρησιούχου «επί της κεφαλής του φρέατος» («at the wellhead»). Σε χώρες, όπου επιτρέπεται οι μη εξορυχθέντες υδρογονάνθρακες, που βρίσκονται στο υπέδαφος (in situ), να ανήκουν στην περιουσία ιδιώτη, όπως οι ΗΠΑ, μπορεί με τη σύμβαση να παραχωρούνται δικαιώματα επί των υδρογονανθράκων και πριν από την εξόρυξή τους, δικαιώματα δηλαδή επί του κοιτάσματος.1

 

ΙΙ) Συμβάσεις Διανομής και Παραγωγής (Production Sharing Contracts )

Σε αντίθεση με τις συμβάσεις παραχώρησης και το σύστημα δικαιωμάτων/φόρου, στο πλαίσιο του λεγόμενου συμβατικού (contractual system), στο οποίο εντάσσονται τόσο οι συμβάσεις διανομής της παραγωγής όσο και οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, η κυριότητα επί της παραχθείσας ποσότητας υδρογονανθράκων ανήκει αρχικά στο κράτος.

Στις συμβάσεις διανομής της παραγωγής, διεθνώς γνωστές ως production sharing contracts (PSCs), production sharing agreements (PSAs), exploration production sharing agreements ( EPSAs), ή και exploration and development production sharing agreements (EDPSAs), μέρος από την παραχθείσα ποσότητα υδρογονανθράκων περιέρχεται στην κυριότητα του αναδόχου, που διεξάγει κατ΄ αποκλειστικότητα την έρευνα και εκμετάλλευση σε συγκεκριμένη περιοχή για το συμβατικά καθορισμένο χρονικό διάστημα, ως αμοιβή για την εκτέλεση του έργου. Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν το μερίδιο που τους αναλογεί με βάση την διανομή της παραγωγής. Συνήθως, τον εργολάβο βαρύνει και η υποχρέωση καταβολής φόρου, ενδεχομένως και άλλων ποσών, όπως ακριβώς και στις συμβάσεις παραχώρησης. Ο εργολάβος αναλαμβάνει τη διεύθυνση του έργου και φέρει τον οικείο οικονομικό κίνδυνο. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται να υπογράφονται συμβάσεις διανομής αντί για συμβάσεις παραχώρησης εξαιτίας της μεγαλύτερης ευελιξίας και προσαρμοστικότητας αφού εν τέλει διασφαλίζουν αποτελεσματικότερα το δημόσιο συμφέρον, στο βαθμό που η παραχθείσα ποσότητα υδρογονανθράκων περιέρχεται αρχικά στην κυριότητα του κράτους2.

III) Συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (Service contracts)

Στις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών σε αντίθεση με τις συμβάσεις διανομής της παραγωγής η αμοιβή του εργολάβου για τη διεξαγωγή της έρευνας εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, είναι χρηματική αμοιβή για την παρασχεθείσα υπηρεσία και όχι ποσοστό ή μερίδιο από την παραχθείσα ποσότητα υδρογονανθράκων. Πρόκειται δηλαδή για συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Οι συμβάσεις αυτές που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τις συμβάσεις διανομής της παραγωγής, διακρίνονται σε αμιγείς συμβάσεις (pure service contracts) και σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών οικονομικού κινδύνου (risk service contracts), ανάλογα με το αν έχει καθοριστεί και συμφωνηθεί συμβατικά πάγια αμοιβή για τον εργολάβο (flat fee) ή το ύψος αυτής εξαρτάται από το κέρδος του έργου (based on profit). Οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών δεν προτιμώνται σε διεθνές επίπεδο εξαιτίας κυρίως της απροθυμίας των Κρατών να καταβάλλουν την αμοιβή του εργολάβου σε χρήμα από την στιγμή που αναλαμβάνουν αυτά τον αναλογούντα οικονομικό κίνδυνο. Στα πλαίσια των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που συνδυάζουν τα παραπάνω στοιχεία υπάρχει και η κατάρτιση υβριδικών μορφών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών (hybrids service contracts)3.

 

ΕΥΡΩΠΑΙΚO ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Οι θέσεις των κρατών μελών της ΕΕ σε ζητήματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων διαφέρουν σημαντικά. Ήταν άλλωστε ανέκαθεν κατακερματισμένες, οι δε Ευρωπαϊκές Συνθήκες δεν μεταβίβαζαν καμία συγκεκριμένη νομοθετική αρμοδιότητα στον τομέα αυτόν. Η Μεταρρυθμιστική πλέον αυτοτελή νομική βάση για θετικές δράσεις της Ένωσης στο συγκεκριμένο τομέα σε σχέση με το παρελθόν που οι πρωτοβουλίες της Κοινότητας περιοριζόταν σε μέτρα αρνητικής ολοκλήρωσης. Το νέο άρθρο της 194 της Συνθήκης της Λισαβόνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης επαναδιατυπώνει και εμπλουτίζει τους βασικούς στόχους της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης. Η διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς δεν μπορεί να συνιστά μοναδική επιδίωξη της Ενεργειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά τέμνεται με άλλες εξίσου σημαντικές προτεραιότητες όπως η διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού, η προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας, η εξοικονόμηση ενέργειας, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η βέλτιστη διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων. Παρά ταύτα, η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη πανηγυρικά διακηρύσσει ότι οποιαδήποτε πανηγυρικά μέτρα για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων δεν επηρεάζουν το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών τους πόρων, την επιλογή μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και την γενική διάρθρωση του ενεργειακού τους εφοδιασμού. Η έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων παραμένει εν πολλοίς εις χείρας των εθνικών κυβερνήσεων και διέπεται από την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών.

 

 

Κεφάλαιο 3

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΥΔΡΟΓΟΝΑΘΡΑΚΩΝ

 

Εισαγωγή

Η Ελλάδα αν και κατέχει μια από τις παλαιότερες καταγεγραμμένες ενδείξεις πετρελαίου στο νησί της Ζακύνθου (Ηρόδοτος 480 π.χ.) δυστυχώς δεν έχει αναπτύξει ιδιαίτερα την έρευνα των υδρογονανθράκων αν εξαιρέσουμε το διάστημα λειτουργίας της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου (1975 ΔΕΠ, ΔΕΠ-ΕΚΥ) , η οποία έπαψε να υφίσταται μετά την ιδιωτικοποίηση της (τμήμα του σημερινού Ομίλου Ελληνικά Πετρέλαια ΕΛ.ΠΕ). Όπως είναι γνωστό το 1976 ψηφίζεται από την Ελληνική Βουλή ο πρώτος Νόμος για την έρευνα υδρογονανθράκων (Ν. 468/76). Μια σημαντική προσπάθεια ανάκαμψης έγινε από την τότε ΔΕΠ-ΕΚΥ με την Προκήρυξη του 1ου Διεθνούς Διαγωνισμού για Αδειοδότηση Περιοχών στη Δυτική Ελλάδα (1995-1996) η οποία κατέληξε σε τέσσερις παραχωρήσεις περιοχών (1 θαλάσσια και 3 χερσαίες ) από τις συνολικά 6 προσφερόμενες (1997). Να σημειωθεί ότι το Κατάκολο στον διαγωνισμό αυτόν δεν είχε λάβει προσφορά.

Την τελευταία δεκαπενταετία ακολούθησαν ελάχιστες προσπάθειες με κυριότερη την ανάληψη της εκμετάλλευσης και παραγωγής του λεγόμενου «κοιτάσματος Πρίνου»4. Στη χώρα μας, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων έχει απασχολήσει από δεκαετίες τη δημόσια διοίκηση και το επιχειρείν και μπορεί να πει κανείς ότι τα τελευταία χρόνια ξεπεράστηκαν τα γεωπολιτικά διλλήματα που τίθενται, αναζωπυρώνοντας ετσι το ενδιαφέρον για επιμέρους νομικές πτυχές στο πεδίο αυτό.

Στη χώρα μας, τη διαχείριση των δικαιωμάτων έρευνας και παραγωγής την ασκούσε το εκάστοτε Υπουργείο Βιομηχανίας/Ανάπτυξης μέσω κρατικών φορέων (ΙΓΕΥ, ΙΓΜΕ) και από το 1975 η κρατική ΔΕΠ και στη συνέχεια η ΔΕΠ – ΕΚΥ, που ιδρύθηκαν για το σκοπό αυτό. Σε αυτό το πλαίσιο παραχωρήθηκαν κατά καιρούς δικαιώματα έρευνας και παραγωγής σε εξειδικευμένες πετρελαϊκές εταιρείες, ενώ πραγματοποίησε αυτοδύναμες έρευνες και η ΔΕΠ – ΕΚΥ.

Η Ελλάδα μέχρι το 2010 αποτελoύσε εξαίρεση, όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, κράτους που δεν διέθετε ένα κρατικό φορέα για την διαχείριση των δικαιωμάτων του και την προστασία του περιβάλλοντος και του ενεργειακού του πλούτου σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Σε όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της υπόλοιπης Βόρειας Ευρώπης υπήρχε σχετικός κρατικός φορέας, ο οποίος ήταν είτε ανεξάρτητη δημόσια διαχειριστική –ρυθμιστική αρχή, είτε κρατικός φορέας με τη μορφή ανώνυμης εταιρεία, είτε οργανωτική μονάδα σχετικού Υπουργείου.

Αφού έγινε ξεκάθαρο έστω και καθυστερημένα ότι για να κατορθώσει η Χώρα μας να προσελκύσει διεθνείς έμπειρους και οικονομικά εύρωστους επενδυτές στον συγκεκριμένο κλάδο, χρειάζεται να υπάρχει ξεκάθαρο και ελκυστικό νομικό πλαίσιο, συμβατό με τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυστηρές προδιαγραφές για την προστασία του περιβάλλοντος καθώς και μηχανισμούς οι οποίοι θα εγγυώνται την διαφάνεια, την ισότιμη μεταχείριση και την ελαχιστοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών προχώρησε σε όλες τις απαιτούμενες νομικές και άλλες ενέργειες για την θεσμοθέτηση κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου.

Η συμβατική αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην ελληνική έννομη τάξη διέπεται από τον Ν.2289/95 (ΦΕΚ Α’ 27/1995), ο οποίος ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη την Οδηγία 94/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ης Μαΐου 1994, έχουσα ως αντικείμενο τους «Όρους Χορήγησης και Χρήσης των Αδειών Αναζήτησης, Εξερεύνησης και Παραγωγής Υδρογονανθράκων». Ο Ν. 2289/1995 θεσπίστηκε προκειμένου να αναμορφωθεί το μέχρι τότε ισχύον αδειοδοτικό καθεστώς (Ν. 468/1976) και να διαμορφωθεί ένα ελκυστικό νομοθετικό πλαίσιο για την ταχεία και αποτελεσματική προσέλκυση επενδύσεων και την αξιοποίηση ενδεχόμενων κοιτασμάτων. Μεταξύ άλλων σημαντικές ρυθμίσεις νομοθετικού περιεχομένου που έχουν γίνει και τροποποιηθεί κατά καιρούς και ισχύουν είναι: α) η υπ΄ αριθμόν Δ1/Φ6/12657/30.6.1995 (ΦΕΚ Β’ 615/1995) Απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας για διαίρεση της Χώρας και των περιοχών κατά το άρθρο 148 παρ. 1 του Μεταλλευτικού Κώδικα, β) το Π.Δ. 127/1996 «Όροι εκμίσθωσης του δικαιώματος Έρευνας και Εκμετάλλευσης Υδρογονανθράκων» (ΦΕΚ Α’ 92/1996), γ) το άρθρο 20 του Ν. 3587/2007, σύμφωνα με το οποίο επανέρχονται αυτοδικαίως στο Δημόσιο τα δικαιώματα αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων επί των περιοχών που είχαν παραχωρηθεί στις εταιρείες ΔΕΠ και ΔΕΠ-ΕΚΥ, την άσκηση των οποίων διαχειρίζεται η Διεύθυνση Πετρελαϊκής Πολιτικής, δ) το Π.Δ. 59/2007 (ΦΕΚ Α΄ 63/2007) με το οποίο προσαρμόζεται η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις της οδηγίας 2004/17/ΕΚ «Περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών», ε) ο Ν. 3669/2008 (ΦΕΚ Α΄ 116/2008), που κωδικοποιεί τη Νομοθεσία Κατασκευής Δημόσιων Έργων, στ) η υπ΄αριθμόν Δ1/Α/30260/30.12.2011 (ΦΕΚ Β΄376/2012) Απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Ανάπτυξης (ΥΠΕΚΑ) «Επιλογή Είδους Σύμβασης για Παραχώρηση του Δικαιώματος Έρευνας και Εκμετάλλευσης Υδρογονανθράκων», ζ) η υπ΄αριθμόν Δ1/Α/16168/30.7.2012 (ΦΕΚ Β΄2498/2012) Απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Ανάπτυξης (ΥΠΕΚΑ) «Εξαίρεση των περιοχών «Πατραϊκός Κόλπος (Δυτικά), Κατάκολο και Ιωάννινα» από τις διαθέσιμες περιοχές σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο παρ. 17, άρθ.2 του Ν.2289/1995» και η) το ΠΔ 14/2012 (ΦΕΚ Α΄21/2012) « Σύσταση της Ανώνυμης Εταιρείας με την Επωνυμία Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων Α.Ε. (ΕΔΕΥ Α.Ε. στην αγγλική Hellenic Hydrocarbon Resources Management SA (H.H.R.M S.A) – Κατάρτιση καταστατικού αυτής».

Να σημειωθεί βέβαια ότι με την ψήφιση του Νόμου 4001/2011 (ΦΕΚ Α΄179/2011), άρθρα 154 και επόμενα τροποποιήθηκε ο Ν. 2289/1995 και επιχειρήθηκε επιτέλους για πρώτη στην χώρα μας η προσέλκυση σοβαρών επενδύσεων με ερευνητική δραστηριότητα στην Ελλάδα.

 

Οι Συμβάσεις Έρευνας και Εκμετάλλευσης των Υδρογονανθράκων σύμφωνα με τον Ν. 2289/1995

 

Τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων που υπάρχουν στις περιοχές στις οποίες η Ελλάδα ασκεί κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα ανήκουν, σύμφωνα με το Ν. 2289/1995, άρθρο 2, παρ. 1, υποπαρ. 1, εδ. 1, αποκλειστικά στο Δημόσιο. Στις περιοχές αυτές εμπίπτουν η χερσαία επικράτεια, οι υπολίμνιες περιοχές εντός της χερσαίας επικράτειας, καθώς και ο βυθός και το υπέδαφος των εσωτερικών υδάτων, της αιγιαλίτιδας ζώνης, της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (υποθαλάσσιες περιοχές). Η άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων πρέπει να έχει πάντοτε στόχο στην εξυπηρέτηση της δημόσια ωφέλειας. Τη διαχείριση των δικαιωμάτων αυτών αναλαμβάνει για λογαριασμό του Δημοσίου η Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων Α.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 2289/95. Τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων δύνανται να παραχωρηθούν με την σύναψη συμβάσεως μεταξύ της ΕΔΕΥ Α.Ε. η οποία ενεργεί για λογαριασμό του Δημοσίου, και τρίτου ή τρίτων σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο νόμο διαδικασίες, όπως καθορίζονται στο άρθρο 1, αριθ. 6 και 7, αρθρ. 2 παρ. 2, 10 και 17.

Η σύμβαση αυτή είναι διοικητική εφόσον πρόκειται για σύμβαση που γίνεται με φορέα δημόσιας διοίκησης, το αντικείμενο της συμβάσεως εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και η κατάρτιση και η εκτέλεση της συμβάσεως διέπεται, έστω και μερικώς, από κανόνες του διοικητικού δικαίου, αλλά και η σύμβαση να περιέχει όρους δυνάμει των οποίων ο συμβαλλόμενος φορέας δημόσιας διοίκησης δύναται να επεμβαίνει μονομερώς στη συμβατική σχέση και ως εκ τούτου του επιφυλάσσουν ιδιαίτερο συμβατικό καθεστώς5. Ως εκ τούτου οι διαφορές που προκύπτουν κατά την εκτέλεση των συμβάσεων παραχώρησης υπάγονται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ.8, 9 και 11 και άρθρ. 6 παρ.2 ΚΔΔ.

Ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων παραχώρησης ως διοικητικών δεν αναιρεί φυσικά τον ιδιωτικοοικονομικό προσανατολισμό και το, σε μεγάλο βαθμό, ιδιωτικοδικαιικής φύσεως περιεχόμενο τους. Πρόκειται κατ΄ ουσίαν για συμβάσεις με μικτό χαρακτήρα, που συνδυάζουν στοιχεία ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου. Δεδομένου ακριβώς του χαρακτήρα αυτού προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής των συμβατικών διαφορών στη δικαιοδοσία δικαστηρίου εμπορικής διαιτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 13 του Ν. 2289/1995.

Η διαπραγμάτευση και η διαμόρφωση του περιεχομένου της συμβάσεως παραχώρησης γίνεται ελεύθερα από τα συμβαλλόμενα μέρη, λαμβανομένου υπόψη των διατάξεων του Ν. 2289/95 και εντός του πλαισίου που θέτουν αυτές. Οι διατάξεις αυτές έχουν στην πλειονότητά τους χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου και ρυθμίζουν σειρά ζητημάτων με τρόπο εξαντλητικό, με αποτέλεσμα να αφαιρείται από τα μέρη πεδίο ελευθερίας διαπραγμάτευσης και διαμόρφωσης της συμβάσεως, γεγονός βέβαια που συμβάλλει στην επίτευξη ασφάλειας δικαίου και διασφαλίζει ένα θεμελιώδες minimum των συμφερόντων του Δημοσίου και ενισχύει τη διαπραγματευτική και νομική του θέση. Ο νομοθέτης λοιπόν καθιερώνει με την παρ.10 του άρθρου 2 κλειστό αριθμό συμβατικών τύπων για την παραχώρηση δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων. Πρόκειται για τη σύμβαση μίσθωσης, η οποία φέρει τα βασικά γνωρίσματα των συμβάσεων παραχώρησης (concession agreements), και τη σύμβαση διανομής της παραγωγής, που ακολουθεί το διεθνές πρότυπο των συμβάσεων της διανομής της παραγωγής (production sharing contracts). Αντίθετα, υπάρχει νομοθετικό κενό για την διεξαγωγή έρευνας και εκμετάλλευσης με τη σύναψη συμβάσεως παροχής υπηρεσιών (service contract) ή άλλου τύπου συμβάσεως. Το είδος της συμβάσεως παραχώρησης επιλέγεται και καθορίζεται για κάθε συμβατική περιοχή έρευνας χωριστά σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 2 παρ.14.

Στο άρθρο 2 παρ. 22 και επόμενα και άρθρο 5 και επόμενα του Ν.2289/95 καθορίζονται αναλυτικά οι βασικές υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών κατά την σύνταξη των συμβάσεων αυτών. Στην πλειοψηφία τους οι διατάξεις που προβλέπουν τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου κα ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται να υπάρχουν αποκλίσεις σύμφωνα με την βούληση των συμβαλλόμενων μερών, αλλά και να αποκτούν οι υποχρεώσεις αυτές με μόνη τη σύναψη της συμβάσεως υποχρεωτική δεσμευτικότητα, ανεξαρτήτως εάν έχουν περιληφθεί ή όχι στο συμβατικό κείμενο. Να σημειωθεί ότι κρίνεται σκόπιμο να γίνεται ρητή μνεία των εν λόγω υποχρεώσεων στην σύμβαση. Αυτό φυσικά συμφέρει το Δημόσιο, στο βαθμό που οι διατάξεις του νόμου έχουν θεσπιστεί με σκοπό την δημόσια ωφέλεια και κατατείνουν κατά κύριο λόγο στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του.

Σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 του Ν.2289/1995 τη διεξαγωγή της έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων μπορεί να αναλάβει συμβατικό φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μόνο του, με τη σύμπραξη άλλων ή και με τη σύμπραξη του Δημοσίου. Οι συμπράξεις αυτές αποτελούν ιδιαιτέρως διαδεδομένο σχήμα δραστηριοποίησης για την αξιοποίηση κοιτάσματος των υδρογονανθράκων σε διεθνές επίπεδο, καθώς με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται επιμερισμός του κινδύνου (risk sharing). Σε περίπτωση σύμπραξης του Δημοσίου, στη σύμβαση παραχώρησης πρέπει να προβλέπεται η συμμετοχή του με καθορισμένο ποσοστό σε κοινοπραξία (joint venture) με τον ανάδοχο, καθώς και, μεταξύ άλλων, να ρυθμίζονται με ακρίβεια τα ποσοστά συμμετοχής των μερών τόσο στις δαπάνες έρευνας και εκμετάλλευσης όσο και στη διανομή του προϊόντος της παραγωγής. Η δυνατότητα καθιέρωσης σύμπραξης του Δημοσίου αποσκοπεί στην εξασφάλιση ευελιξίας και προσαρμοστικότητας στις ιδιαίτερες περιστάσεις που ισχύουν κατά περίπτωση. Τα συμφέροντα του Δημοσίου μπορεί ανάλογα την περίπτωση της ποσότητας των κοιτασμάτων και των ειδικών και πολιτικών συνθηκών να εξυπηρετούνται καλύτερα με την συμμετοχή στο κρίσιμο κάθε φορά εγχείρημα. Και από τη σκοπιά του ιδιώτη επενδυτή η συμμετοχή του Δημοσίου σε κοινοπραξία μπορεί να καταστεί επωφελής, καθώς δύναται να αποτελέσει εργαλείο διαχείρισης κινδύνου (risk management tool), στο μέτρο που συνιστά κίνητρο για την εκ μέρους Δημοσίου τήρηση των συμφωνηθέντων αλλά και τη διευκόλυνση του προγράμματος από τη δημόσια διοίκηση.

Κατά το άρθρο 2 παράγραφο 10 με τη σύμβαση παραχώρησης παραχωρούνται τα δικαιώματα του Δημοσίου στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων. Επομένως αντικείμενο τόσο της σύμβασης μίσθωσης όσο και της σύμβασης διανομής της παραγωγής είναι τα δικαιώματα του Δημοσίου στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων. Αυτό ουσιαστικά δημιουργεί πολλά προβλήματα αφού οι ανωτέρω συμβατικοί τύποι δεν έχουν το ίδιο συμβατικό αντικείμενο, καθώς, μπορεί μεν να καταλήγουν από πρακτικής απόψεως στο ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα, την ανάληψη δηλαδή της παραγωγής υδρογονανθράκων, πρόκειται όμως νομικά για δύο διαφορετικά πράγματα. Έτσι, στο πλαίσιο της συμβάσεως διανομής της παραγωγής, το Δημόσιο στο οποίο περιέρχεται αρχικά η κυριότητα επί των εξορυχθέντων υδρογονανθράκων, υποχρεούται ως εργοδότης να καταβάλλει στον ανάδοχο που ενεργεί ως εργολάβος, μέρος της παραχθείσας ποσότητας υδρογονανθράκων ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου της έρευνας και της εκμετάλλευσης. Συνεπώς, το συμβατικό αντικείμενο δε συνίσταται στα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης του Δημοσίου, αλλά, όπως και στη σύμβαση έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του 681 ΑΚ6 και επόμενα στο συμβατικά συμφωνηθέν αποτέλεσμα ως προϊόν της εργασίας ή των υπηρεσιών του αναδόχου. Ο ανάδοχος αποκτά βέβαια με τη σύμβαση και δικαίωμα που συνίσταται στην εξουσία διενέργειας όλων των απαιτούμενων για την εκτέλεση του έργου πράξεων, χωρίς βέβαια να μεταβάλλεται, εξαιτίας αυτού, το αντικείμενο της σύμβασης.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του Ν.2289/95 επί συμβάσεως μισθώσεως, ο ανάδοχος οφείλει στον εκμισθωτή, το Δημόσιο, το συμφωνημένο μίσθωμα, το οποίο υποχρεούται να καταβάλλει ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση των δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης του Δημοσίου, ώστε, το αντικείμενο της συμβάσεως συνίσταται στα δικαιώματα του Δημοσίου. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη διατύπωση του νόμου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σύμβαση μίσθωσης δεν αποβλέπει στην παραχώρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου καθαυτών, υπό την έννοια της διάθεσής τους στον ανάδοχο, για το διάστημα που διαρκεί η σύμβαση, αλλά στην παραχώρηση της χρήσης και κάρπωσής τους για το διάστημα αυτό, όπως συμβαίνει και στο πλαίσιο συμβάσεως μίσθωσης άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου σύμφωνα με την διάταξη ΑΚ 6387. Με αυτόν το τρόπο το Δημόσιο δεν αποξενώνεται από τα οικεία δικαιώματα. Είναι αυτονόητο ότι το αντίθετο θα ήταν ασύμβατο με το πνεύμα του νομοθέτη, που διέπεται από τη γενική αρχή της διατήρησης της κυριαρχίας του Δημοσίου επί των υδρογονανθράκων. Αρχή, που θα παραβιαζόταν με την παραχώρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Δημοσίου για έρευνα και εκμετάλλευση σε τρίτο. Πράγματι πρόκειται για δικαιώματα δημόσιου χαρακτήρα, που ανήκουν "αποκλειστικά" στο Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του Ν. 2289/1995, καθώς απορρέουν άμεσα από την κρατική κυριαρχία και είναι ευθέως συνδεδεμένα με την άσκησή της. Ο δε σκοπός τους συνδέεται, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, αποκλειστικά με την εξυπηρέτηση της δημόσιας ωφέλειας. Εξάλλου, αυτό αποτυπώνεται ρητώς στο άρθρο 2 παρ.22 και 30 στην σύμβαση μίσθωσης και στην σύμβαση διανομής της παραγωγής αντίστοιχα όπου καθιστά συμβατική υποχρέωση του αναδόχου για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, αντιστοιχούσα σε ιδίου περιεχόμενο συμβατικό δικαίωμα. Επομένως, το παραχωρούμενο στον ανάδοχο συμβατικό δικαίωμα δεν ταυτίζεται και δεν πρέπει να συγχέεται με το δημοσίου δικαίου δικαίωμα του κράτους. Αυτό επιβεβαιώνει και η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 25, όπου ο ανάδοχος αναφέρεται ως "μισθωτής του δικαιώματος εκμετάλλευσης" του Δημοσίου, ήτοι δικαιούχος της χρήσης και κάρπωσης του δικαιώματος αυτού και όχι φορέας του ίδιου του δικαιώματος. Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνει η διάταξη του άρθρου 2 παρ.15 εδ.1, το οποίο προβλέπει ότι τα δικαιώματα του αναδόχου από τις κατά το νόμο συναπτόμενες συμβάσεις είναι ακατάσχετα και διακρίνει, έτσι, μεταξύ των ούτως ή άλλως ακατάσχετων κυριαρχικών δικαιωμάτων του Δημοσίου στην έρευνα και εκμετάλλευση και των ακατάσχετων συμβατικών δικαιωμάτων του αναδόχου. Επομένως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι στο άρθρο 2 παρ. 10 που γίνεται λόγος για "παραχώρηση" των δικαιωμάτων του Δημοσίου εννοούνται κάθε φορά τα θεμελιώδη γνωρίσματα εκάστης συμβάσεως, συγκεκριμένα, στις μεν συμβάσεις μισθώσεως η παραχώρηση αφορά στο δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης των δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης του Δημοσίου, στις δε συμβάσεις διανομής της παραγωγής στο δικαίωμα διενέργειας των σχετικών με την εκτέλεση του έργου πράξεων, ήτοι της έρευνας και εκμετάλλευσης.

Τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης είναι στην πραγματικότητα δύο ξεχωριστά δικαιώματα, τα οποία παραχωρούνται ως σύνολο με τη σύναψη της οικείας συμβάσεως όπως προκύπτει από το άρθρο 2 του Ν. 2289/1995, γι’ αυτό και πολλές φορές χρησιμοποιείται ο όρος "δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης". Το δικαίωμα έρευνας συνίσταται στην εξουσία προς διεξαγωγή των απαιτούμενων ενεργειών για την ανακάλυψη υδρογονανθράκων. Η έρευνα μπορεί να διεξάγεται με κάθε πρόσφορη μέθοδο καθώς και με γεωτρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 1 αριθ 4 του Ν. 2289/1995. Το δικαίωμα εκμετάλλευσης περιλαμβάνει την εξουσία διενέργειας εξόρυξης υδρογονανθράκων, κατεργασίας, εξαιρουμένης της διύλισης, με σκοπό την εμπορευσιμότητα, αποθήκευσης και μεταφοράς αυτών και των υποπροϊόντων τους μέχρι τις εγκαταστάσεις φόρτωσης για περαιτέρω διάθεση σύμφωνα με το άρθρο 1 αριθ.5. Εξαίρεση από τον κανόνα της ενιαίας παραχώρησης των ανωτέρω δικαιωμάτων εισάγει το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 2289/1995, εφόσον έχει ανακαλυφθεί ήδη εμπορικά εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα. Στην περίπτωση αυτή παρέλκει η διεξαγωγή έρευνας και μπορεί να συναφθεί απευθείας σύμβαση εκμετάλλευσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 15, 22 και 30 τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης είναι ακατάσχετα και έχουν αποκλειστικό χαρακτήρα. Τούτο σημαίνει ότι ο ανάδοχος διαθέτει δυνάμει της συμβάσεως μόνο αυτός την εξουσία να διεξάγει έρευνα και εκμετάλλευση στην παραχωρηθείσα περιοχή κατ΄ αποκλεισμό κάθε τρίτο, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου, εξουσία erga omnes. Η έρευνα και η εκμετάλλευση αφορούν σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Ως τέτοια νοούνται κατά το άρθρο 1 αριθ.1 του Ν. 2289/1995 "τα κάθε είδους πετρελαιοειδή σε στερεά, υγρή ή αέρια κατάσταση και συγκεκριμένα το ορυκτό αργό πετρέλαιο ή φυσική βενζίνη τα φυσικά υδρογονανθρακούχα αέρια, καθώς και κάθε είδους ορυκτά ή εξουσίες που εξορύσσονται μαζί τους". Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2289/1995 αντικείμενο του δικαιώματος έρευνας είναι μία ή περισσότερες συνεχόμενες χερσαίες ή υποθαλάσσιες περιοχές. Οι περιοχές αυτές σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 11 που αποτελούν τη "Συμβατική Περιοχή" και είναι η αρχική περιοχή έρευνας για ανακάλυψη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων περιορίζονται εν συνεχεία σύμφωνα με τις παρ. 8 έως 15 του άρθρου 5 στις περιοχές που ανακαλύφθηκαν εμπορικώς εμπορεύσιμα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, τις "Περιοχές εκμετάλλευσης" του άρθρου 2 παρ.12. του ιδίου Νόμου.

 

Συμβαλλόμενα μέρη

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου 2289/1995 (ΦΕΚ Α' 27/1995) όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα με το άρθρο 154 του Ν. 4001/2011 (ΦΕΚ Α' 179/22.8.2011) η Σύμβαση Παραχώρησης συνάπτεται μεταξύ αφενός μεν της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων Α.Ε. (ΕΔΕΥ Α.Ε.), ενεργούσας " για λογαριασμό" του Δημοσίου, το οποίο έχει τη θέση εκμισθωτή ή εργοδότη, ανάλογα με το είδος της συναφθείσας συμβάσεως παραχώρησης, αφετέρου δε του αναδόχου κατά την έννοια του άρθρου 1 αρ. 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 4. Στο βαθμό που υποκείμενο της με τη σύμβαση ιδρυόμενης έννομης σχέσεως καθίσταται το Δημόσιο, η ΕΔΕΥ Α.Ε. καταρτίζει τη σύμβαση παραχωρήσεως όχι μόνο για λογαριασμό αλλά και στο όνομα του Δημοσίου και οι έννομές της συνέπειες επέρχονται αμέσως, απευθείας και αποκλειστικά υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου.8 Υφίστανται, δηλαδή τα στοιχεία της αμέσου αντιπροσωπεύσεως κατά την έννοια του 211ΑΚ9. Να σημειωθεί ότι ως ανάδοχος νοείται εκείνος που συνάπτει σύμβαση μίσθωσης ή σύμβαση διανομής της παραγωγής με την ΕΔΥΕ Α.Ε. και μπορεί να είναι φυσικά και νομικά πρόσωπα, μόνα ή περισσότερα του ενός με τη μορφή κοινοπραξίας, εφόσον έχουν την εθνικότητα χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 εισάγεται δυνατότητα αποκλεισμού από τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεως παραχώρησης προσώπου το οποίο ελέγχεται ουσιαστικά από τρίτη χώρα ή από υπηκόους τρίτης χώρας ή σε κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει τέτοιο πρόσωπο, για λόγους εθνικής ασφάλειας. Περαιτέρω στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 καθορίζεται ρητώς ότι ο ανάδοχος απαγορεύεται μετά τη σύναψη της συμβάσεως να περιέλθει υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο υπηκόου τέτοιου κράτους, χωρίς προηγούμενη έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, που αποφασίζει μετά από γνώμη του Υπουργού Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας. Παράβαση τούτου συνεπάγεται την έκπτωση του αναδόχου με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Στην περίπτωση που συμβαλλόμενο μέρος με τη σύμβαση ιδρυόμενης έννομης σχέσεως, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, καθίσταται το Δημόσιο, η ΕΔΕΥ Α.Ε. καταρτίζει τη σύμβαση παραχωρήσεως όχι μόνο για λογαριασμό αλλά και στο όνομα του Δημοσίου και οι έννομές της συνέπειες επέρχονται αμέσως, απευθείας και αποκλειστικώς υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου. Υφίστανται, δηλαδή, τα στοιχεία της αμέσου αντιπροσωπεύσεως κατά την έννοια της ΑΚ 211.

Ως ανάδοχος νοείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μόνο ή και περισσότερα του ενός με τη μορφή κοινοπραξίας, εφόσον έχει την εθνικότητα χώρας - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. Παράλληλα, με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου εισάγεται δυνατότητα αποκλεισμού από τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεως παραχώρησης προσώπου το οποίο ελέγχεται ουσιαστικά από τρίτη χώρα ή από υπηκόους τρίτης χώρας ή σε κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει τέτοιο πρόσωπο, για λόγους εθνικής ασφάλειας. Ενώ ορίζεται ξεκάθαρα στο ίδιο άρθρο ότι ο ανάδοχος απαγορεύεται μετά την σύναψη της σύμβασης να περιέλθει υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο ξένου κράτους που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπό το άμεσο ή έμμεσο έλεγχο υπηκόου τέτοιου κράτους, χωρίς προηγούμενη έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, που αποφασίζει μετά από γνώμη του αρμόδιου Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας. Να σημειωθεί, ότι παράβαση τούτου συνεπάγεται την έκπτωση του Αναδόχου με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.

 

Κατάρτιση και Σύναψη της Συμβάσεως από τα Συμβαλλόμενα Μέρη

Την σύναψη της συμβάσεως παραχώρησης διέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 16 έως 21. Οι διαδικασίες παραχώρησης ρυθμίζονται στο άρθρο 2 παρ. 13. Συγκεκριμένα, καθιερώνονται οι διαδικασίες που αφορούν α) στην έκδοση διακήρυξης, για τις περιοχές του άρθρου 2 παρ. 4 που εγκρίνεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, β) στην έκδοση διακήρυξης, μετά από αίτηση ενδιαφερομένου για περιοχή η οποία δεν περιλαμβάνεται στη ανωτέρω διακήρυξη, η οποία εγκρίνεται από τον ΥΠΕΚΑ και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γ) στην δημοσίευση ανοιχτής πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, όταν η περιοχή για την οποία ζητείται η παραχώρηση είναι διαθέσιμη σε μόνιμη βάση ή έχει αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης διαδικασίας που δεν κατέληξε στην υπογραφή συμβάσεως ή έχει εγκαταλειφθεί από ανάδοχο. Σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Προϋπόθεση για τη σύναψη της συμβάσεως παραχώρησης είναι η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2810 και 3711 του άρθρου 2, το οποίο ΠΔ καθορίζει το ακριβές πλαίσιο και οι σχετικές λεπτομέρειες σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 29 και 38). Επιπλέον, απαιτείται η υπογραφή της από την ΕΔΕΥ Α.Ε. και τον ανάδοχο καθώς και επί ποινή απόλυτης ακυρότητας, η έγκρισή της από τον ΥΠΕΚΑ όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 39. Επιπλέον με την παρ. 19 εδ. 1 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι με την υπογραφή της συμβάσεως ο ανάδοχος οφείλει, εφόσον αυτό προβλέπεται στην διακήρυξη, να καταβάλει στο Δημόσιο σχετικό αντάλλαγμα.12

 

Συμβατική διάρκεια

Η σύμβαση παραχώρησης είναι ορισμένου χρόνο.13 Η παραχώρηση των δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης έχει προσωρινό χαρακτήρα και είναι ισχυρή για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η σύμβαση. Η διάρκεια της συμβάσεως αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών. Δεν μπορεί, βέβαια σε κάθε περίπτωση, να ξεπερνά το ανώτατο όριο που τίθεται εκ του νόμου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 η διάρκεια του σταδίου ερευνών, αρχής γενομένης από την έναρξη ισχύος της συμβάσεως δεν μπορεί να υπερβεί τα επτά έτη για χερσαίες περιοχές και τα οκτώ έτη για θαλάσσιες περιοχές. Το στάδιο ερευνών διαιρείται σε φάσεις που ορίζονται στη σύμβαση. Ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί με έγγραφη συναίνεση του Εκμισθωτή ή Εργοδότη, μέχρι το μισό του χρονικού διαστήματος αντίστοιχα εφόσον ο Ανάδοχος αποδεδειγμένα παρεμποδίζεται να εφαρμόσει το πρόγραμμα εξαιτίας απρόβλεπτων τεχνικών προβλημάτων που προέκυψαν κατά την εκτέλεση του, η λύση των οποίων απαιτεί την εφαρμογή μεθόδων ή τη χρήση εξοπλισμού που από δικαιολογημένη αιτία δεν είχαν προβλεφθεί στο πρόγραμμα. Επίσης εάν ο Ανάδοχος εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τα ενδεδειγμένα τεχνικά μέσα και μεθόδους, σύμφωνα με τους κανόνες επιστήμης και τέχνης της έρευνας υδρογονανθράκων, αλλά χρειάζεται πρόσθετο χρόνο για εργασίες που προέκυψαν χωρίς υπαιτιότητά του πέραν του προγράμματος, ιδίως εργασίες αναγκαίες για να περιχαρακωθεί κοίτασμα που ανακαλύφθηκε και να επιβεβαιωθεί η εμπορική εκμεταλλευσιμοτητά του, η οποία είναι αβέβαιη με βάση τις εργασίες που διενεργήθηκαν μέχρι τότε. Η παράταση χορηγείται με την προϋπόθεση ότι ο Ανάδοχος θα παραδώσει μαζί με την αίτηση όλα τα ερευνητικά δεδομένα που προέρχονται από την συμβατική περιοχή σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3. Η διάρκεια του σταδίου ερευνών μπορεί επίσης να παρατείνεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου Υπουργού, μετά από γνώμη της Δ.Ε.Π.-Ε.Κ.Υ. και αίτηση του Αναδόχου για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει το προβλεπόμενο της παρ.1 του άρθρου 5 . Να σημειωθεί ότι με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου μπορεί να επιβάλλονται οποιοιδήποτε πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις, ακόμη και κατά παρέκκλιση των όρων της σύβασης σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4.

Αν ο Ανάδοχος διαπιστώσει ότι το ανακαλυφθέν κοίτασμα υδρογονανθράκων είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμο, υποχρεώνεται, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται στη σύμβαση, να γνωστοποιήσει με έγγραφη δήλωση στην Εκμισθωτή ή Εργοδότη την εμπορική εκμεταλλευσιμότητα του κοιτάσματος και τα προβλεπόμενα απολήψιμα αποθέματά του. Η κρίση για την εμπορική εκμεταλλευσιμότητα του κοιτάσματος ανήκει στον Ανάδοχο, ο οποίος όμως με την παραπάνω δήλωση υποχρεώνεται να τεκμηριώσει την κρίση του υποβάλλοντας και όλα τα αναγκαία στοιχεία. Με τη δήλωση αυτή ορίζεται η περιοχή εκμετάλλευσης του συγκεκριμένου κοιτάσματος, οριοθετείται η έκτασή της και ως προς αυτήν αρχίζει το στάδιο εκμετάλλευσης. Το στάδιο εκμετάλλευσης κάθε περιοχής διαρκεί είκοσι πέντε έτη, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 8 και μπορεί να παραταθεί έως και δύο πενταετίες, μετά από εισήγηση της ΕΔΕΥ ΑΕ, όταν αποδεδειγμένα η προβλεπόμενη διάρκεια δεν επαρκεί για την ολοκλήρωση των εν λόγω δραστηριοτήτων, με επαναδιαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης και υπογραφή νέας σύμβασης, ύστερα από αίτηση του Αναδόχου που υποβάλλεται πριν τη λήξη της. Ο Ανάδοχος υποχρεώνεται να τεκμηριώσει την αίτησή του και ως προς τη διάρκεια της πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.13.

Με την παρέλευση του χρόνου διάρκειάς της, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων παρατάσεων, η σύμβαση λύεται και αίρεται η απαγόρευση αυτοδύναμης άσκησης των δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων από το Δημόσιο ή συμβατικής παραχώρησής του σε τρίτο.

Η Σύμβαση Παραχώρησης δύναται να λυθεί πρόωρα, εφόσον ο ανάδοχος ασκήσει το δικαίωμα παραίτησης από το δικαίωμα έρευνας σε μία ή περισσότερες περιοχές ή στο σύνολο της συμβατικής περιοχής σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 6. Η παραίτηση γίνεται με έγγραφη δήλωση και παράγει τα αποτελέσματά της τριάντα ημέρες μετά την επίδοση της στον εκμισθωτή ή εργοδότη. Η άσκηση του δικαιώματος παραίτησης μπορεί να εξαρτηθεί από την καταβολή χρηματικού ποσού εκ μέρους του δικαιούχου. Ιδίου περιεχομένου δικαίωμα του αναδόχου θεσπίζει η παρ. 14 του άρθρου 5 αναφορικά με την εκμετάλλευση μίας, περισσότερων ή όλων των περιοχών εκμετάλλευσης. Τα αποτελέσματα της παραιτήσεως επέρχονται κατά το χρόνο που ορίζεται κάθε φορά στην σύμβαση παραχώρησης, υπό την προϋπόθεση σχετικής έγγραφης δήλωσης του αναδόχου προς το έτερο συμβαλλόμενο μέρος. Διευκρινίζεται ότι η παραίτηση δεν δύναται να οδηγήσει στη γένεση οιασδήποτε αξιώσεως του μισθωτή ή εργολάβου σε βάρος του εκμισθωτή ή εργοδότη για δαπάνες ή ζημίες. Ο εκμισθωτής – εργοδότης μπορεί από τη μεριά του, να καταγγείλει τη σύμβαση δυνάμει του άρθρου 5 παρ.15, εάν, σε περίπτωση που κοίτασμα υδρογονανθράκων εκτείνεται πέρα από τα όρια της συμβατικής περιοχής του αναδόχου, σε συμβατική περιοχή άλλου αναδόχου και για την καλύτερη και πιο οικονομική έρευνα και εκμετάλλευση, ενδείκνυται η εκτέλεση των σχετικών εργασιών βάσει ενιαίου προγράμματος, οι ανάδοχοι δεν υποβάλουν για έγκριση μέσα στην προθεσμία που αυτός όρισε ενιαίο πρόγραμμα έρευνας και εκμετάλλευσης του κοιτάσματος. Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα εκπτώσεως του αναδόχου. Ο Εκμισθωτής ή Εργοδότης μπορεί με έγγραφη δήλωσή του να κηρύξει τον Ανάδοχο έκπτωτο των συμβατικών δικαιωμάτων του αν ο τελευταίος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις του, και δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα το κατά περίπτωση οφειλόμενο μίσθωμα ή μερίδιο ή το φόρο εισοδήματος. Ο Εκμισθωτής ή Εργοδότης δικαιούται περαιτέρω να ζητήσει αποζημίωση που να καλύπτει κάθε θετική και αποθετική ζημία του. Αν ο Ανάδοχος προβαίνει σε άλλες παραβιάσεις των όρων της σύμβασης και δεν συμμορφώνεται με αυτούς εντός προθεσμίας εξήντα ημερών, που του τάσσει ο Εκμισθωτής ή Εργοδότη, είναι δυνατόν να κηρυχτεί έκπτωτος με απόφαση των διαιτητών, εάν στη σύμβαση προβλέπεται διαιτησία διαφορετικά με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 8 και 9. Επίσης πρόωρη λύση της συμβάσεως μπορεί να επέλθει και με κοινή συμφωνία των μερών.

 

 

Σύμβαση Μίσθωσης

Με τη σύναψη συμβάσεως μίσθωσης παραχωρούνται αποκλειστικά δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παρ.10. Με τη σύμβαση μίσθωσης, ο Ανάδοχος αναλαμβάνει την υποχρέωση μελέτης και εκτέλεσης της έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και των παραπροϊόντων τους στην Συμβατική Περιοχή, στις Περιοχές Εκμετάλλευσης όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 11,12 και 13. Διατάξεις που εφαρμόζονται ανάλογα και όταν αντικείμενο της συμβάσεως είναι μόνο το δικαίωμα εκμετάλλευσης χωρίς έρευνα όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 3 παρ 3 και συγκεκριμένα εάν μια περιοχή ή τμήμα περιοχής έχει ήδη ερευνηθεί και έχει ανακαλυφθεί σε αυτήν εμπορικά εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα υδρογονανθράκων, μπορεί να ανατίθεται με διαγωνισμό σε τρίτο, με σύμβαση μίσθωσης, μόνο η εκμετάλλευση του κοιτάσματος. Επιπλέον, συμβατικές υποχρεώσεις εκ του νόμου προκύπτουν για τα μέρη από τα άρθρα 5 και επ. Οι υποχρεώσεις αυτές έχουν γενικό χαρακτήρα και ισχύουν και στην σύναψη συμβάσεως μίσθωσης.

Οι διατάξεις που προβλέπουν κύριες υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου και είναι δεσμευτικές για τους συμβαλλόμενους, ανεξαρτήτως εάν έχουν περιληφθεί ή όχι στο κείμενο της συναφθείσας συμβάσεως. Το ίδιο ισχύει και για τις διατάξεις που καθιερώνουν παρεπόμενες υποχρεώσεις. Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται στα πλαίσια της συμβάσεως να εξειδικεύουν τις ως άνω υποχρεώσεις και να δημιουργούν νέες, υπό την προϋπόθεση ότι με τον τρόπο αυτό δεν παραβιάζονται διατάξεις του νόμου.

Η Σύμβαση Μίσθωσης του Ν.2289/1995 συνιστά ειδικά ρυθμισμένο συμβατικό τύπο, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, και πρέπει να διακρίνεται από τη μίσθωση πράγματος ΑΚ 574 και επ., τη μίσθωση άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου ΑΚ 638 όπως και κάθε άλλη στο νόμο ρυθμισμένη ειδική μορφή μίσθωσης. Αυτό ισχύει λόγω της ιδιομορφίας του συμβατικού αντικειμένου και των ουσιωδών γνωρισμάτων της συμβάσεως, που περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο στοιχεία από την σύμβαση μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου της ΑΚ 638 παραχώρησης χρήσης και κάρπωσης των δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης για το χρονικό διάστημα διάρκειας της συμβάσεως, έργου του ΑΚ 681 και επ. εκτέλεση του έργου της έρευνας και εκμετάλλευσης και μίσθωσης πράγματος του ΑΚ 574 και επ. παραχώρηση χρήσης των περιοχών που διεξάγεται η έρευνα και εκμετάλλευση για το συμβατικό συμφωνημένο χρονικό διάστημα ανταποκρίνεται δε στη βούληση του νομοθέτη, αφού η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 29 ορίζει ρητώς ότι οι διατάξεις των άρθρων 574 έως και 647 του Αστικού Κώδικα δεν έχουν εφαρμογή επί των συμβάσεων μίσθωσης δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων.

Οι υδρογονάνθρακες που βρίσκονται στο υπέδαφος περιοχών στις οποίες η Ελλάδα ασκεί κυριαρχία14 ή κυριαρχικά δικαιώματα αποτελούν πηγή εθνικού πλούτου και ανήκουν στην περιουσία του Δημοσίου.15 Αυτό προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 2, 18 παρ.1, 106 παρ.1 εδ. 2 Συντ. όπου ορίζεται ότι για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του κοινωνικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών ή παραμεθόριων περιοχών, και 2 από το άρθρο παρ.1 εδ.1 του Ν. 2289/1995 και συνάγεται και από την γενικότερο πνεύμα του νόμου αυτού , όπως τα άρθρα 2 παρ. 10 και 7 παρ.12. Επίσης, προκύπτει και από την αιτιολογική σκέψη 4 της Οδηγίας 94/22/ΕΚ, η οποία αναγνωρίζει ρητώς την άσκηση κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων εκ μέρους των κρατών μελών επί των πηγών υδρογονανθράκων στην επικράτεια τους. Το ίδιο ισχύει βέβαια και σε διεθνές επίπεδο.

Ο τύπος της συμβάσεως κάθε φορά είναι άμεσα συνυφασμένος με το ποιος καθίσταται κύριος των παραγόμενων υδρογονανθράκων σύμφωνα με της έννοια της διάταξης ΑΚ 1000. Ως προς τη σύμβαση μίσθωσης το ζήτημα ρυθμίζεται με την παρ.12 του αρθρ.7 του Ν. 2289/1995. Εφόσον το μίσθωμα καταβάλλεται σε χρήμα, κύριος των υδρογονανθράκων γίνεται, σύμφωνα με το εδ.1 της εν λόγω διάταξης, ο μισθωτής με την απόκτηση της νομής τους. Γίνεται επομένως δεκτό, σύμφωνα με την ΑΚ 974, η απόκτηση της φυσικής εξουσίας στους υδρογονάνθρακες (κατοχή) και η άσκηση εξουσίας αυτής με διάνοια κυρίου.16 Σε περίπτωση που ο εκμισθωτής επιλέξει το μίσθωμα να καταβάλλεται σε είδος, αυτός γίνεται, εκτός και εάν υπάρξει διαφορετική συμβατική συμφωνία, από τη στιγμή της επιλογής συγκύριος σύμφωνα με την ΑΚ 1113 επί της παραχθείσας ποσότητας των υδρογονανθράκων κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στο μίσθωμα (άρθρο 7 παρ. 12 εδ. 2). Οι εξορυχθέντες υδρογονάνθρακες που ανήκουν στο Δημόσιο είναι κατά το άρθρ.2 παρ. 15 εδ. 2 ακατάσχετοι. Ενδεχόμενη κατάσχεση των υδρογονανθράκων που ανήκουν στον ανάδοχο δεν εμποδίζει την αυτούσια διανομή τους μεταξύ των μερών (αρθρ. 7 παρ. 12 εδ.3). Η κατάσχεση λογίζεται εφεξής ότι υφίσταται στο σύνολο της ποσότητας που περιέρχεται στο μισθωτή με τη διανομή (αρθρ. 7 παρ. 12 εδ.4).

 

Οι υποχρεώσεις του εκμισθωτή και του μισθωτή

 

Η κύρια συμβατική υποχρέωση του εκμισθωτή συνίσταται στην παραχώρηση στο μισθωτή αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης και κάρπωσης των δικαιωμάτων του Δημοσίου για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και των παραπροϊόντων τους στις περιοχές των παρ. 11, 12 και 13 του άρθρ.2 (άρθρ. 2 παρ.10 περ.α’ και 22 ) για το διάστημα που διαρκεί η σύμβαση.

Η έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στα πλαίσια της συμβάσεως μίσθωσης δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα του αναδόχου, αλλά και κύρια υποχρέωση του, που απορρέει ευθέως από τον Ν. 2289/1995 σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 22. Περαιτέρω, ο μισθωτής έχει κατ΄ άρθρο 2 παρ.23 και 24 την κύρια υποχρέωση να αναλάβει το σύνολο των δαπανών του έργου, διαθέτων όλα τα απαιτούμενα για την έρευνα και εκμετάλλευση τεχνικά μέσα, υλικά, προσωπικό και κεφάλαια. Στα πλαίσια αυτά ο μισθωτής φέρει πάντοτε τον οικονομικό κίνδυνο και ιδιαίτερα αν «δεν ανακαλυφθεί εμπορικά εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα ή στην περίπτωση ανεπαρκούς απόδοσης της παραγωγής από κάποιο κοίτασμα.

Η παραχώρηση του δικαιώματος γίνεται έναντι ανταλλάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφο 25 ο μισθωτής οφείλει να καταβάλλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα. Το μίσθωμα οφείλεται σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως αν έχουν πραγματοποιηθεί ή όχι κέρδη από τον ανάδοχο, μπορεί να είναι κλιμακούμενο κατόπιν συνεκτιμήσεως ειδικών περιστάσεων και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών όπως το ύψος της παραγωγής, τα γεωγραφικά, γεωλογικά και λοιπά στοιχεία της περιοχής και ο συντελεστής εξόδων. Δύναται, επίσης, να καταβάλλεται, κατ΄ επιλογή του εκμισθωτή, είτε σε είδος είτε σε χρήμα σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 27. Στην πρώτη περίπτωση θα ορίζεται ως ποσοστό της παραχθείσας παραγωγής υδρογονανθράκων, ενώ στη δεύτερη ως ποσοστό της αξίας τους κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση. Είναι δυνατόν, επίσης, να οφείλεται η καταβολή από το μισθωτή ανταλλάγματος υπογραφής της συμβάσεως (signature bonus), ανταλλάγματος παραγωγής (production bonus) και ετήσιου μισθώματος για κάθε στρέμμα της περιοχής που διεξάγεται η έρευνα και εκμετάλλευση (surface fee). Ο ανάδοχος τέλος έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στο Δημόσιο το αναλογούντα φόρο σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 25 του Ν. 2289/1995.

Όπως προαναφέρθηκε για τη διεξαγωγή της έρευνας και εκμετάλλευσης απαιτείται η παραχώρηση χρήσης της «συμβατικής περιοχής» και της «περιοχής εκμετάλλευσης» αντίστοιχα. Είναι η πιο σημαντική υποχρέωση του εκμισθωτή, καθώς η άσκηση των παραχωρηθέντων δικαιωμάτων δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς αυτήν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νόμος δεν αναφέρεται σε υποχρεώσεις του εκμισθωτή ή εργοδότη, καθώς λαμβάνει ως σημείο αναφοράς τον ανάδοχο και κάνει διάκριση μεταξύ υποχρεώσεων και δικαιωμάτων αυτού. Επομένως, τα δικαιώματα του αναδόχου, συνιστούν ταυτόχρονα αντίστοιχου περιεχομένου υποχρεώσεις του αντισυμβαλλομένου του. Αυτά τα δικαιώματα του αναδόχου καθορίζονται αναλυτικά στα άρθρα 6 και 7 του Ν. 2289/1995 κι είναι μεταξύ άλλων η εκτέλεση των απαραίτητων έργων και εργασιών για την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, η απόκτηση της κυριότητας ή άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων με σύμβαση επ΄ ονόματι και υπέρ του Δημοσίου και με ίδιες δαπάνες, εφόσον τα ακίνητα αυτά είναι απαραίτητα για τις εργασίες έρευνας ή εκμετάλλευσης, η συνεργασία με εργολάβους και υπεργολάβους για την εκτέλεση σχετικών συμβάσεων, η μεταβίβαση εν όλω ή κατά ποσοστό συμβατικών δικαιωμάτων και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του σε ανεξάρτητο τρίτο ύστερα από έγγραφη συναίνεση του αντισυμβαλλομένου του και έγκριση από το αρμόδιο υπουργείο. Δύναται να μεταβιβάζει εν όλω ή κατά ποσοστό τα συμβατικά δικαιώματα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του σε άλλη επιχείρηση υπό τον όρο ότι υφίσταται συναίνεση του αντισυμβαλλομένου του και έγκριση από το αρμόδιο υπουργείο και ότι θα παραμείνει εις ολόκληρο υπεύθυνος μαζί με την αποκτώσα συγγενή επιχείρηση έναντι του εκμισθωτή έναντι του εκμισθωτή ή εργοδότη για την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων του. Επιπλέον δύναται να μεταβιβάζει ως μέλος κοινοπραξίας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση σε άλλο μέλος της κοινοπραξίας ύστερα από έγγραφη συναίνεση του αντισυμβαλλομένου του και έγκριση από τον αρμόδιο Υπουργό. Οι ανωτέρω συμβάσεις απαιτείται να περιβληθούν το συμβολαιογραφικό τύπο.

Όσον αφορά στον ανάδοχο, είτε αυτός έχει την ιδιότητα του μισθωτή είτε του εργολάβου υποχρεούται σύμφωνα με το άρθ 5 παρ.8

Η παραχώρηση των δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων εντός της ελληνικής επικράτειας γίνεται με σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του Δημοσίου και τρίτου ή τρίτων σε κοινοπραξία, στην οποία μπορεί να συμμετάσχει και το Δημόσιο. Οι συμβάσεις παραχώρησης διέπονται από ένα σύνθετο και λεπτομερειακό νομοθετικό πλαίσιο, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται ο Ν.2289/1995, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Ο νόμος αυτός προβλέπει περιοριστικά δύο συμβατικούς τύπους για την παραχώρηση των δικαιωμάτων: τη σύμβαση μίσθωσης και τη σύμβαση διανομής της παραγωγής. Οι τύποι αυτοί διαθέτουν κυρίως ομοιότητες. Η βασική διαφορά τους έγκειται στη ρύθμιση της κυριότητας επί των εξορυχθέντων υδρογονανθράκων.

Το Δημόσιο προέκρινε για την παραχώρηση τω δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης στο Κατάκολο, στο Δ. Πατραϊκό Κόλπο και στα Ιωάννινα (1ος διεθνής γύρος αδειοδοτήσεων) τον τύπο της συμβάσεως μίσθωσης. Ο ίδιος τύπος επιλέχθηκε και για τις εκκρεμούσες παραχωρήσεις (2ος διεθνής γύρος αδειοδοτήσεων στο Ιόνιο και τη Ν. Κρήτη, αλλά και στις λοιπές υπό παραχώρηση χερσαίες περιοχές στη Δ.Ελλάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Κεφάλαιο 4

ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΚΤΙΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΡΥΠΑΝΣΗΣ ΣΤΙΣ ΖΩΝΕΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΛΩΤΩΝ ΕΞΕΔΡΩΝ ΑΝΤΛΗΣΗΣ ΠΕΤΡΑΙΛΕΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ.

 

ΠΛΩΤΕΣ ΕΞΕΔΡΕΣ

Οι υπεράκτιες μονάδες εξόρυξης και έρευνας του θαλάσσιου πλούτου αποτελούν κατασκευές παρουσιάζουσες τεχνική πολυπλοκότητα και αναμφίβολα εξαιρετική επικινδυνότητα για τον άνθρωπο, το περιβάλλον και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας εν γένει. Η τεχνολογική εξέλιξη προκάλεσε σύγχυση στις νομοθετικές ρυθμίσεις και τις νομικές έννοιες στον τομέα αυτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι υπεράκτιες μονάδες εξόρυξης και έρευνας του υποθαλάσσιου πλούτου πετρελαίου και φυσικών αερίων, ως προς τις οποίες τίθεται το ερώτημα, εάν θα τύχουν εφαρμογής οι αρχές του ναυτικού δικαίου που εφαρμόζονται στα πλοία. Και τούτο, διότι συχνά οι θαλάσσιες αυτές κατασκευές είναι μετασκευασμένα δεξαμενόπλοια, από τα οποία όμως έχουν αφαιρεθεί τα μέσα πρόωσης και στερούνται την ικανότητα αυτοδύναμης κίνησης στη θάλασσα που είναι και το σημαντικότερο κριτήριο του ορισμού του πλοίου. Η βαθμιαία επέκταση των υπεράκτιων δραστηριοτήτων εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου ανά την υφήλιο δημιουργεί εμφατικά την αναγκαιότητα ανάπτυξης νομικών κανόνων κατάλληλων να εξισορροπήσουν τα ανταγωνιστικά συμφέροντα κρατών και ενδιαφερόμενων μερών.

Η διεθνής πρακτική έχει αποδείξει ότι δραστηριότητες που συνδέονται είτε με τη δια θαλάσσης μεταφορά υδρογονανθράκων είτε με την υπεράκτια εξόρυξη ή τους ενέχουν εκ προοιμίου κινδύνους για το θαλάσσιο περιβάλλον. Για πολλά χρόνια, ταυτίζονταν λανθασμένα η θαλάσσια ρύπανση αποκλειστικά με το πετρέλαιο και με εντυπωσιακά ατυχήματα δεξαμενόπλοιων (Torrey Canyon 1969, Amoco Cadiz 1978, Exxon Valdez 1989, Erika 1999, Prestige 2002), παραγνωρίζοντας ότι το συντριπτικό ποσοστό της ρύπανσης που προκαλείται από πλοία έχει την βασική αιτία της σε απορρίψεις που τελούνται κατά τη συνήθη λειτουργία τους και αφορούν και σε άλλες επιβλαβείς ουσίες πέραν του πετρελαίου, απορρίμματα, λύματα, αέριους ρύπους. Ωστόσο, ατυχήματα με υγραεριοφόρα πλοία, δηλαδή πλοία που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά φυσικού ή πετρελαϊκού αερίου σε υγρή μορφή σπανίζουν, δεδομένου ότι τέτοιου τύπου πλοία έχουν γενικώς πολύ χαμηλό δείκτη ατυχημάτων, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν ευθύνονται για ρύπανση από λειτουργικές απορρίψεις ή ότι δεν παραμονεύει πάντα ο κίνδυνος ενός σοβαρού ατυχήματος.

Για πρώτη φορά το 2010 η διεθνής κοινή γνώμη αντιλήφθηκε σοκαρισμένη, ότι εκτεταμένη ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος από πετρέλαιο δεν μπορεί να προκληθεί μόνο από δεξαμενόπλοια, καθώς το μέγεθος της θαλάσσιας ρύπανσης από το ατύχημα στην υπεράκτια εγκατάσταση Deepwater Horizon στον Κόλπο του Μεξικού, όπου σε διάστημα 87 ημερών διοχετεύθηκαν στη θάλασσα σχεδόν 5 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ήταν ένα από τα μεγαλύτερα του πλανήτη (άλλα στην Αυστραλία στις εγκαταστάσεις της Montara 2009, και Usumacinta στο Μεξικό το 2007). Παράλληλα δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι και η συνήθης λειτουργία των εγκαταστάσεων εξόρυξης επιφέρει, αν και σε πολύ μικρό ποσοστό, ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του τρόπου πρόκλησης και του είδους της ρύπανσης, πρωταρχικό ενδιαφέρον τόσο για την πρόληψη όσο και για την αντιμετώπιση της έχει το παράκτιο κράτος, το οποίο πλήττεται ή ενδέχεται να πληγεί από τις συνέπειες της. Το εν λόγω ενδιαφέρον των παράκτιων κρατών αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο, το οποίο καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά στην πρόληψη της ρύπανσης που προέρχεται τόσο από τα πλοία όσο και από τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στο θαλάσσιο βυθό, οριοθετώντας τη συναφή δικαιοδοσία τους, ενώ σχετικές πρωτοβουλίες έχουν ληφθεί και σε περιφερειακό επίπεδο.

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

1. Η Διεθνής Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (United Nations Convention on the Law of the Sea). Υπογράφηκε στο Montego Bay το 1982 και σήμερα συγκεντρώνει σχεδόν καθολική αποδοχή, απαριθμώντας 166 Συμβαλλόμενα Μέρη. Η αποκαλούμενη και «Σύνταγμα των Ωκεανών» Σύμβαση 1982 θεσπίζει το Διεθνές Νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου οι διεθνείς ναυτιλιακές συμβάσεις, η εθνική νομοθεσία αλλά και τυχόν περιφερειακά όργανα θέτουν τους εξειδικευμένους πλέον κανόνες για την πρόληψη και προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από ρύπανση με υδρογονάνθρακες που προέρχονται από πλοία και εγκαταστάσεις εξόρυξης

α) Εσωτερικά ύδατα

Τα εσωτερικά ύδατα θεωρούνται ότι αποτελούν τόσο μέρος του εδάφους ενός κράτους όσο και η ίδια η στεριά και ως εκ τούτου το παράκτιο κράτος απολαμβάνει σε αυτά απόλυτη νομοθετική και εκτελεστική δικαιοδοσία, υποκείμενη μόνο στους περιορισμούς που το ίδιο έχει αποδεχθεί συμβατικά. Έτσι και η Σύμβαση του 1982 τοποθετεί τα εσωτερικά ύδατα υπό την αποκλειστική εθνική κυριαρχία του παράκτιου κράτους και δεν αναγνωρίζει σε αυτά δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης για ξένα πλοία, ενώ είναι εμφανές, από ένα σύνολο διατάξεων, ότι θέτει ως δεδομένο το δικαίωμα του παράκτιου κράτους να ορίζει προϋποθέσεις για την είσοδο στους λιμένες του. Στο πλαίσιο αυτό, η Σύμβαση αναγνωρίζει και ιδιαίτερο ενδιαφέρον των παράκτιων κρατών για την προστασία του θαλασσιού τους περιβάλλοντος το δικαίωμα τους να υιοθετούν ιδιαίτερες απαιτήσεις για την πρόληψη, τον περιορισμό και τον έλεγχο της ρύπανσης ως προϋπόθεση για την είσοδο στους λιμένες τους ή τα εσωτερικά τους ύδατα ή για την προσέγγιση σε αγκυροβόλι. Ως μοναδική προϋπόθεση ορίζεται η δημοσίευση τέτοιων απαιτήσεων και σχετική ενημέρωση του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού ενώ παρέχεται δυνατότητα σύναψης σχετικών διακρατικών συμφωνιών συνεργασίας.

β) Χωρική Θάλασσα

Η εθνική κυριαρχία του παράκτιου κράτους, που εκτείνεται, πέρα από τα εσωτερικά του ύδατα, στη χωρική θάλασσα, δεν είναι απόλυτη αλλά υπόκειται στις διατάξεις της Σύμβασης 1982 και σε άλλους κανόνες του διεθνούς δικαίου, περιορισμός ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπενθύμιση ότι ισχυρισμοί δικαιοδοσίας του παράκτιου κράτους στη χωρική θάλασσα δε θα πρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να επιλύονται κατά τεκμήριο υπέρ του. Κύριο περιορισμό της κυριαρχίας του παράκτιου κράτους στη χωρική του θάλασσα αποτελεί το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης για πλοία υπό σημαία άλλων κρατών, η οποία όμως διέλευση σύμφωνα με το άρθρο 19 της Σύμβασης 1982, δε θεωρείται «αβλαβής» όταν διαταράσσει την ειρήνη, την τάξη ή την ασφάλεια του παράκτιου κράτους. Επιπλέον, η άσκηση «αβλαβούς διέλευσης» υπόκειται, πέραν της διεθνούς νομοθεσίας, στους νόμους και τους κανόνες του παράκτιου κράτους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν στη ρύπανση, προς τους οποίους τα ξένα πλοία υποχρεούνται να συμμορφώνονται. Ειδικότερα το άρθρο211 της Σύμβασης 1982 παρέχει το δικαίωμα στα παράκτια κράτη να υιοθετούν, στη χωρική τους θάλασσα, νόμους και κανόνες για την πρόληψη, τον περιορισμό και τον έλεγχο της ρύπανσης από ξένα πλοία, συμπεριλαμβανομένων και πλοίων που ασκούν το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης. Συνεπώς, τα παράκτια κράτη μπορούν να θεσπίζουν, εντός της χωρικής τους θάλασσας, εθνικούς κανόνες κατά της ρύπανσης από πλοία, όπως για παράδειγμα ο καθορισμός θαλασσίων διαδρόμων και σχεδίων διαχωρισμού κυκλοφορίας ή εθνικές απαιτήσεις για τις απορρίψεις οι οποίοι δεν απαιτείται να αντικατοπτρίζουν τους αντίστοιχους διεθνείς, αλλά απαγορεύεται να παρεμποδίζουν την άσκηση αβλαβούς διέλευσης. Συγκεκριμένα, το παράκτιο κράτος δε δύναται να επιβάλλει απαιτήσεις οι οποίες έχουν ως πρακτικό αποτέλεσμα την άρνηση ή περιορισμό του δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης ή να προβαίνει σε διακρίσεις τύποις ή ουσία , κατά πλοίων οποιουδήποτε κράτους ή πλοίων που μεταφέρουν φορτία προς, από ή για λογαριασμό οποιουδήποτε κράτους. Δεδομένου ότι σχεδόν κάθε νομοθεσία παράκτιου κράτους, η οποία επιβάλλει υποχρεώσεις σε ξένα πλοία, θα μπορούσε αναλόγως των περιστάσεων να θεωρηθεί ότι «εμποδίζει» το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης, δεν είναι σαφές ποιος βαθμός επέμβασης του παράκτιου κράτους συνιστά «παρεμπόδιση του». Εντούτοις, είναι εμφανές ότι σκοπός του εν λόγω περιορισμού δεν είναι να στερήσει από τα παράκτια κράτη το δικαίωμα υιοθέτησης κανόνων για την αβλαβή διέλευση, αλλά να προστατεύσει τη ναυτιλία από πιθανές αυθαίρετες απαιτήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμο στοιχείο αποτελεί εάν τηρείται η «απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ του ενδιαφέροντος του παράκτιου κράτους, το οποί στοχεύει να προστατεύσει ή αναπτύξει, την απειλή που θα υπήρχε σε περίπτωση έλλειψης τέτοιας ρύθμισης και το χαρακτήρα και βεληνεκές της παρέμβασης του μέτρου στην άσκηση της αβλαβούς διέλευσης. Σε κάθε περίπτωση, τα παράκτια κράτη απαγορεύεται να θεσπίζουν εθνικές απαιτήσεις σχετικά με την κατασκευή, το σχεδιασμό, τον εξοπλισμό κα την επάνδρωση των πλοίων στην χωρική τους θάλασσα και δύνανται μόνο να υιοθετούν νόμους και κανονισμούς που εφαρμόζουν τους γενικά αποδεκτούς κανόνες και πρότυπα, δηλαδή εκείνους που βρίσκονται κυρίως στη Διεθνή Σύμβαση για την Πρόληψη της Ρύπανσης από Πλοία και τη Διεθνή Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα. Η ορθότητα της εν λόγω ρύθμισης της Σύμβασης του 1982 είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς η υιοθέτηση τέτοιου είδους εθνικών απαιτήσεων θα καθιστούσε τη συμμόρφωση των πλοίων τεχνικά και οικονομικά αδύνατη και θα οδηγούσε σε εκ των πραγμάτων «παρεμπόδιση» του δικαιώματος της αβλαβούς διέλευσης.

γ) Αρχιπελαγικά ύδατα

Εντός των αρχιπελαγικών υδάτων που δε θεωρούνται ούτε εσωτερικά ύδατα ούτε χωρική θάλασσα, ισχύει δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης όπως ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις για την αβλαβή διέλευση της χωρικής θάλασσας, το οποίο δύναται να απεμποληθεί προσωρινά σε συγκεκριμένα τμήματα τους εφόσον το αρχιπελαγικό κράτος κρίνει την απεμπόληση απαραίτητη για την προστασία της ασφάλειας του.

δ) Συνορεύουσα Ζώνη

Στα παράκτια κράτη αποδίδονταν ανέκαθεν περιορισμένη δικαιοδοσία στη συνορεύουσα ζώνη, εντός της οποίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση 1982, δύνανται να ασκούν τον απαιτούμενο έλεγχο για να «εμποδίζουν παραβίαση των τελωνειακών, δημοσιονομικών, μεταναστευτικών ή υγειονομικών τους νόμων και κανονισμών στο έδαφός τους ή τη χωρική τους θάλασσα» ή να «τιμωρούν παραβιάσεις των παραπάνω νόμων και κανονισμών που διαπράχθηκαν στο έδαφος ή τη χωρική τους θάλασσα».

ε) Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη

Το καθεστώς της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) που εκτείνεται 200 ν.μ. από την ακτή, αποτελεί μια μέση λύση μεταξύ χωρικής και ανοιχτής θάλασσας, μια sui generis, θαλάσσια ζώνη, που παρέχει στα παράκτια κράτη κυριαρχικά δικαιώματα αναφορικά με τους φυσικούς πόρους και γενικότερα δραστηριότητες που σχετίζονται με την οικονομική της εκμετάλλευση και με δικαιοδοσία για την εγκατάσταση και χρησιμοποίηση τεχνητών νήσων και κατασκευών, τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα, την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, προστατεύοντας όμως, παράλληλα, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Σύμφωνα με την Σύμβαση 1982, τα παράκτια κράτη μπορούν εντός της ΑΟΖ, να υιοθετούν νόμους και κανονισμούς για την πρόληψη, περιορισμό και τον έλεγχο της ρύπανσης από πλοία, σε συμφωνία και κατ΄ εφαρμογή των διεθνών κανόνων και προτύπων που έχουν θεσπιστεί από τον αρμόδιο διεθνή οργανισμό ή γενική διπλωματική διάσκεψη. Όπως η νομοθετική, έτσι και η εκτελεστική δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους περιορίζεται εντός ΑΟΖ, στην εφαρμογή διεθνών κανόνων και προτύπων.

 

2. Διεθνείς Ναυτιλιακές Συμβάσεις

α) Σύμβαση MARPOL 73/78

Η οποία στα έξι παραρτήματα της ρυθμίζει όλες τις σημαντικές πηγές λειτουργικής ρύπανσης από τα πλοία, καθορίζοντας τις συναφείς απαιτήσεις σε εξοπλισμό, πιστοποιητικά και έγγραφα, καθώς και τους κανόνες για τις απορρίψεις πετρελαίου, επιβλαβών ουσιών, λυμάτων, απορριμμάτων, και τις εκπομπές αερίων ρύπων.

β) Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου 1972

για την πρόληψη της ρύπανσης της θάλασσας από απορρίψεις καταλοίπων και άλλων υλών.

γ) Διεθνή Σύμβαση για τον Έλεγχο των Επιβλαβών Συστημάτων Υφαλοχρωμάτων των Πλοίων 2001,

για την πρόληψη της θαλάσσιας ρύπανσης από τα υφαλοχρώματα των πλοίων.

δ) Διεθνής Σύμβαση για τον Έλεγχο και τη Διαχείριση του Θαλασσίου Έρματος και των Ιζημάτων που προέρχονται από τα Πλοία, 2004.

ε) Διεθνή Σύμβαση για την Επέμβαση στην Ανοιχτή θάλασσα σε περιπτώσεις ατυχημάτων Ρύπανσης , 1969.

 

3. Περιφερειακές Συμφωνίες

α) Σύμβαση του Ελσίνκι για την Προστασία του Θαλασσίου Περιβάλλοντος της Βαλτικής

β)Σύμβαση της Βαρκελώνης για την Προστασία του Θαλασσίου Περιβάλλοντος και της Παράκτιας Περιοχής της Μεσογείου (Πρωτόκολλο 1994 για την Προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη Ρύπανση που προκαλείται από την Εξερεύνηση και την Εκμετάλλευση του Θαλάσσιου Βυθού και του Υπεδάφους του.

γ) Οδηγία 2013/30/ΕΕ για την Ασφάλεια των Υπεράκτιων Εργασιών Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου. Σκοπός της Οδηγίας 2013 /30/ΕΕ, που εφαρμόζεται σε σταθερές ή κινητές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται σε υπεράκτιες εργασίες πετρελαίου ή φυσικού αερίου ή συνδέονται με αυτές και βρίσκονται στα χωρικά ύδατα, την ΑΟΖ ή την υφαλοκρηπίδα κράτους μέλους της ΕΕ αποτελεί ο καθορισμός ελάχιστων απαιτήσεων για την πρόληψη σοβαρών ατυχημάτων και τον περιορισμό των συνεπειών τους. Επίσης περιέχει κατευθυντήριες αρχές για νομοθετικές ρυθμίσεις σε πολυεπίπεδη προοπτική. Απευθύνει προτροπή στο σύνολο των κρατών της ΕΕ για τη δημιουργία μηχανισμού συνεργασίας, αλλά και στα κράτη μεμονωμένα για την λήψη νομοθετικών μέτρων εποπτείας των φορέων εκμετάλλευσης των υπεράκτιων εγκαταστάσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Επίσης προτείνει τη θέσπιση κανόνων αναφερομένων στις υποχρεώσεις των φορέων εκμετάλλευσης. Η Οδηγία λαμβάνει υπόψη της την ιδιαιτερότητα της υπεράκτιας βιομηχανίας και στοχεύει στη διατύπωση κανόνων που ανταποκρίνονται σε πρακτικά προβλήματα του κλάδου χωρίς να αντιγράφει κανόνες του ναυτικού δικαίου. Αποτελεί πρόοδο στην κατεύθυνση δημιουργίας αυτόνομου και αυτοτελούς δικαίου των υπεράκτιων εγκαταστάσεων.

 

 

Κεφάλαιο 5

ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΔΙΚΤΥΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΗΣ Ε.Ε. ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

 

Ευρωπαϊκοί θεσμοί

Στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί η δημιουργία μιας ενιαίας ενεργειακής αγοράς, μέσω της απελευθέρωσης των αγορών και τη ρύθμιση των υποδομών(δικτύων) των κρατών μελών και τη μεταξύ τους διασύνδεση. Τα κράτη - μέλη ωστόσο, κατά τις αρχικές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν ήταν διατεθειμένα να διαταράξουν τη μονοπωλιακή δομή της ενεργειακής αγοράς τους και να απολέσουν την κυριαρχία τους στις Κάθετα Ολοκληρωμένες Επιχειρήσεις. Για τους λόγους αυτούς, η διαδικασία απελευθέρωσης των ενεργειακών αγορών και δικτύων ιδίως στον κλάδο του φυσικού αερίου διήρκεσε πολλά χρόνια, ο δε αρχικός και βασικός στόχος της, δηλαδή η δημιουργία μιας ενιαίας ενεργειακής αγοράς δεν έχει ακόμη πλήρως υλοποιηθεί.

Από τις βασικές δραστηριότητες της αγοράς φυσικού αερίου, η παραγωγή και η προμήθεια φυσικού αερίου είναι πλέων ανοικτές στον ανταγωνισμό, ενώ η μεταφορά και διανομή φυσικού αερίου, που λειτουργούν - εκ του νόμου- υπό καθεστώς "φυσικού μονοπωλίου" έχουν αποτελέσει αντικείμενο ρυθμιστικής παρέμβασης.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του Ενωσιακού προτύπου μιας απελευθερωμένης αγοράς συνίσταται πρώτον: στην κατάργηση του μονοπωλιακού δικαιώματος προμήθειας σε πελάτες μόνο από την καθετοποιημένη επιχείρηση. Με τον τρόπο αυτό, δίδεται το δικαίωμα δραστηριοποίησης σε νέους προμηθευτές και το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής προμηθευτή σε όλους τους καταναλωτές, οι οποίοι καθίστανται "επιλέξιμοι" ή "επιλέγοντες". Δεύτερον, οι τρίτοι, οι επιχειρήσεις δηλαδή εκτός της κάθετα ολοκληρωμένης, αποκτούν το δικαίωμα χρήσης των δικτύων φυσικού αερίου (μεταφοράς ή διανομής), το οποίο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών από τους προμηθευτές στους καταναλωτές. Η χρήση των δικτύων πραγματοποιείται από ρυθμιζόμενους, δηλαδή κοινούς και εν των προτέρων γνωστούς σε όλους τους συμμετέχοντες Τρίτους, κανόνες. Τρίτον προκειμένου να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του διαχειριστή των δικτύων αυτών έναντι της Κάθετα Ολοκληρωμένης Επιχείρησης στην οποία κατά κανόνα ανήκει, απαιτείται ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων διαχείρισης των δικτύων από τις δραστηριότητες της παραγωγής και προμήθειας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη σύσταση μιας ξεχωριστής οντότητας, που αναλαμβάνει αποκλειστικά τη διαχείριση του δικτύου (διαχειριστής), το οποίο διατηρεί κατά κανόνα τον χαρακτήρα "φυσικού μονοπωλίου". Τέταρτον και προκειμένου να είναι δυνατή η εύρυθμη λειτουργία του σχήματος αυτού, προβλέπεται η σύσταση ενός ανεξάρτητου ρυθμιστή αγοράς.

Η μετάβαση από ένα σταθερό και προστατευόμενο οικονομικό περιβάλλον για την αντιμετώπιση των αναγκών κάθε κράτους μέλους και η παροχή καθολικής υπηρεσίας σε όλους τους πολίτες με αξιοποίηση των οικονομιών κλίμακας, η οποία στηρίχθηκε στις αρχές της "κάθετης ολοκλήρωσης" και των "μονοπωλιακών δικαιωμάτων" , σε μια πλήρως απελευθερωμένη αγορά, που βασίζεται στις αρχές της "ρύθμισης" και του "ελεύθερου ανταγωνισμού", δημιούργησε αρχικά, τριβές και μια έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τις επιλογές, τις απαραίτητες ενέργειες καθώς και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης τους μεταξύ των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εξ΄ αυτού του λόγου, εκτός των ανεξάρτητων Αρχών εποπτείας της Αγοράς, όπως οι Ρυθμιστικές Αρχές Ενέργειας και η Επιτροπή Ανταγωνισμού, συστάθηκαν έχοντας θεσμικό ρόλο νέες Αρχές και Οργανισμοί, οι οποίοι έχουν αναλάβει, ορισμένοι εξ΄ αυτών για λογαριασμό των κρατών μελών και επιχειρήσεων και οι υπόλοιποι, έμμεσα ή άμεσα, για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το τεχνοκρατικό μέρος τις υλοποίησης των κανόνων - το πολιτικό μέρος ανήκει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο - που θα διέπουν όλους τους συμμετέχοντες στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

Με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους εσωτερικούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ θεσπίστηκαν περισσότερο αποτελεσματικοί κανόνες διαχωρισμού των δικτύων φυσικού αερίου από τις δραστηριότητες παραγωγής και προμήθειας με σκοπό την αποφυγή διακρίσεων στην εκμετάλλευση των δικτύων αλλά και στην παροχή κινήτρων στις κάθετα ολοκληρωμένες επιχειρήσεις για να κάνουν τις αναγκαίες επενδύσεις στα δίκτυα τους. Με τις διατάξεις της Οδηγίας, δόθηκε η δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιλέξουν είτε πλήρη διαχωρισμό της ιδιοκτησίας εντός της επικρατείας τους, είτε - εφόσον στις 3 Σεπτεμβρίου 2009 το δίκτυο μεταφοράς ανήκε σε κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση - επιλογή σχήματος ανεξάρτητου διαχειριστή συστήματος μεταφοράς.

Ο Κανονισμός (ΕΚ) 715/2009 αποσκοπεί στον καθορισμό των βασικών αρχών και κανόνων σχετικά με την πρόσβαση στο δίκτυο και τις υπηρεσίες πρόσβασης τρίτων στο δίκτυο μεταφοράς, τη διαχείριση της συμφόρησης , τη διαφάνεια, την εξισορρόπηση και την εμπορία δικαιωμάτων δυναμικότητας.

Τον Κανονισμό αυτό, συμπληρώνει ο Κανονισμός (ΕΕ) 984/2013 για τη θέσπιση κώδικα δικτύου σχετικά με μηχανισμούς κατανομής δυναμικότητας στα συστήματα μεταφοράς αερίου.

Ο δε Κανονισμός (ΕΕ) 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2011 για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας θεσπίζει το πλαίσιο εντός του οποίου οι διαχειριστές δικτύου δημοσιοποιούν τις απαραίτητες πληροφορίες, με την επιφύλαξη των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

 

Σε επίπεδο κρατών-μελών

  1. Συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) του 1951

Το άρθρο 2 θέσπιζε τη δημιουργία κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα με στόχο την οικονομική ανάπτυξη, την αύξηση απασχόλησης και την ανύψωση βιοτικού επιπέδου.

  1. Συνθήκη της Λισσαβόνας (ΣΛΕΕ)

Το άρθρο 194 της ΣΛΕΕ θεσπίζει τη νομική βάση για θετικές δράσεις στο πλαίσιο μιας ενεργειακής πολιτικής με την εσωτερική αγορά, η οποία συγχρόνως θα προωθεί τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού, την προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος και τη διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων. Προβλέπει επίσης ότι τα μέτρα αυτά δεν επηρεάζουν το δικαίωμα κράτους μέλους να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών του πόρων, την επιλογή μεταξύ διάφορων ενεργειακών πηγών και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού.

Επομένως τίθενται οι βασικοί στόχοι της ενεργειακής πολιτικής:

α) η διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς,

β) τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού,

γ) την προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της εξοικονόμησης ενέργειας και την ανάπτυξη νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και

δ) την προώθηση της διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων.

 

  1. Οδηγία 96/92 ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

  2. Οδηγία 98/03 ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου.

  3. Οδηγία 2003/54/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της Οδηγίας 96/92/ΕΕ,

  4. Καν.(ΕΚ) 1228/2003 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο διαδίκτυο για τις διασυνοριακές αλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας,

  5. Οδηγία 2003/55/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 98/30/ΕΚ,

  6. Καν. (ΕΚ) 1775/2005 περί όρων πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου

  7. Απόφαση 2003/796/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκής ομάδας ρυθμιστικών αρχών για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο.

  8. Καν. (ΕΚ) 713/2009 για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας

  9. Καν. (ΕΚ)714/2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση του Καν. 1228/2003

  10. Καν. (ΕΚ) 715/2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου και την κατάργηση του Καν. (ΕΚ) 1775/2005,

  11. Οδηγία 2009/72/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ,

  12. Οδηγία 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ.

 

 

 

Βιβλιογραφία

Γεωργακόπουλος, Α., Αξιοποίηση του δυναμικού της Ελλάδας σε υδρογονάνθρακες: Μια χρονοβόρα, υψηλού ρίσκου, δαπανηρή διαδικασία, σε: Χριστοφόρου (επιμ.), Ελληνικοί υδρογονάνθρακες: από την έρευνα στην εκμετάλλευση, 2012, σ.87-94.

Γρηγορίου, Ι ., Έρευνα υδρογονανθράκων στην Ελλάδα. Υπάρχει δρόμος για την εκμετάλλευση, σε : Χριστοφόρου (επιμ.) ., Ελληνικοί υδρογονάνθρακες: από την έρευνα στην εκμετάλλευση, 2012.

Κοσμίδης, Οι συμβάσεις παραχώρησης δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων (κατά το Ν.2289/1995)- Μια πρώτη προσέγγιση, ΝοΒ 60(2012).

Γέροντας Α., «Η προστασία της περιουσίας κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις» Νομικό Βήμα 857 (2009). Σ. 210-227.

Γκλαβίνης Π., Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο, Αθήνα /Θεσσαλονίκη 2009.

Δρυλλεράκης Ι., Επένδυσις και Προστασία Κεφαλαίων Εξωτερικού ΝΔ 2687/195, Αθήνα 1975..

Κοσμίδης Τ., «Οι συμβάσεις παραχώρησης δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων», σε: Ν. Φαραντούρης (επιμ.), Ενέργεια: Δίκαιο, Οικονομία και Πολιτική, Αθήνα 2012.

Λοβέρδου –Τυπάλδου Ε., Αξιολόγηση της εξωτερικής ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ και των κρατών μελών, σε : Ν. Φαραντούρης (επιμ.), Ενέργεια: Δίκαιο, Οικονομία και Πολιτική, Αθήνα 2012.

Παναγός Θ., Έρευνα και εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων: το ρυθμιστικό πλαίσιο στην Ελλάδα, Αθήνα 2014

Ρουκουνάς Εμ., Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, 2η εκδ., Αθήνα 2010.

Σπηλιωτόπουλος Ε., Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Αθήνα –Κομοτηνή, 2005.

Κ.Ιωάννου και Α.Στρατή, Δίκαιο της Θάλασσας, 4η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013.

Β. Καρακωστάνογλου, Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη στο νέο Δίκαιο της Θάλασσας. Το νομικό καθεστώς με έμφαση στην αλιεία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2001..

Β. Καρακωστάνογλου. «Τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην αποκλειστική οικονομική ζώνη :προκλήσεις και προοπτικές στο Αιγαίο» σε Στ. Περράκη (επιμ.) Το Αιγαίο και το Νέο Δίκαιο της Θάλασσας, ΕΚΕΜ/Α. Σάκκουλας. 1996.

Η. Κονοφάγος, «Οι συγκλίνουσες λιθοσφαιρικές πλάκες και η ταυτόχρονη παρουσία πρισμάτων επαύξησης και λασποηφαίστειων στη μεσογειακή ράχη ως δείκτες ύπαρξης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Ελλάδα». Ημερίδα της Επιτροπής Ενέργειας της Ακαδημίας Αθηνών και θέμα Ελληνικοί Υδρογονάνθρακες : Από την Έρευνα και Εκμετάλλευση, Αθήνα, 20 Απριλίου 2012.

Bishop R.D., “International Arbitration of petroleum Disputes: The Development of a Lax Petrolea?”, Yearbook of Commercial Arbitration 23/1998.

Brownlie I., Principles of Public International Law, 6nd ed. Oxford Press, 2010.

D.J.Attard, The Exclusive Economic Zone in International Law, Clarendon Press, Oxford, 1987.

D.G. Dallmeyer-L. DeVorsey Jr. (eds) Rights to Oceanic Resources, Dordrect, MartinusNijhoff, 1989.

T.Davenport, Submarine Cables: Problems in Law and Practice, National University of Singapore, 2010.

D. Vidas (ed) Law, technology and science for oceans in globalization, Martinus Nijhoff, 2010.

F.O Vicuna, The Exclusive Economic Zone: Regime and Legal Nature under International Law, Cambridge, 1989.

Waveplam, Τα πως και τα γιατί της κυματικής ενέργειας. Ένας οδηγός για τους επενδυτές και τους υπευθύνους για τη χάραξη πολιτικής, Intelligent Energy Europe, www.waveplam.eu/files/dovnloads/WavePlamFinal/pdf.

Sornarajah M., The International Law on Foreign Investment, 2nd ed., Cambridge 2004.

Stephens M., A Perspective on Political Risk Insurance, in T.H. Moran ed., Managing International Political Risk, Blackwell Publishers Inc., Malden 1998.

Unctad, World Investment report 2008: Transnational Corporations and the Infrastructure Challenge, New York and Geneva , 2008.

Unctad, Investment Policy Hub, 2/12015.

Vernon R., Sovereignty at Bay : The Multinational Spread of U.S. Enterprises, New York/London 1971.

Walde B., and Sabahi T., “Compensation, Damages and Valuation”, in The Oxford Handbook of International Investment Law, P.T. Muchlinski et. Al. (ed.) Oxford 2009, p. 1052-1124.

Wells L.T. Gleason E.S., “Is Foreign Infrastructure Investment Still Risky?”, Harvard Business Review, September/October 1995.

Barrett Brenda, Hindley Brian and Howells Richard, Safety in the Offshore Petroleum Industry: the Law and Practice for Management, London, Kogan Page, 1987.

Paterson John, The Significance of Regulatory Orientation in Occupational Health and Safety Offshore, 38 B.C. Envtl. Aff. L.Rev. 369, 2011.

Hancher L., A single European energy market – Rhetoric or Reality [1990] 11 Energy Law Journal, p. 217.

Jans and Scott, The Convention on the Future of Europe: an Environment Perspective [2003] EL, p.323.

Roggenkamp M., et al. (eds.), Energy Law in Europe: National, EU and International Law and Institutions, OUP, Oxford 2007.

Weiler J.H.H., The transformation of Europe [1991] Yale LJ, p.2403.

Βούσουρας Χρ. Συνοπτική παρουσίαση των κυριότερων ρυθμίσεων των συμβάσεων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στο Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εταιρειών. Οκτώβριος 2013. Σελ.937 και επ.

Κέντρο Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Ενέργεια. Δίκτυα & Υποδομές, (Επιμ. Φαραντούρης Νικόλαος). Νομική Βιβλιοθήκη. 2014.

Δίκαιο Υδρογονανθράκων, (Επιμ. Φαραντούρης και Κοσμίδης) Νομική Βιβλιοθήκη, 2015.

Παπαντώνη Μαρία, Το Δίκαιο της Ενέργειας. Ευρωπαϊκή Θεώρηση –Ελληνική Εφαρμογή, Νομική Βιβλιοθήκη, 2003.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1 Κοσμίδης Θ. Τιμολέων, «Οι Συμβάσεις Παραχώρησης Δικαιωμάτων Έρευνας και Εκμετάλλευσης Υδρογονανθράκων» στο Ενέργεια. Δίκτυα και Υποδομές. Επιμέλεια Νικόλαος Ε. Φαραντούρης. Εκδόσεις Ευρωπαϊκή Έδρα Jean Monnet στο Δίκαιο και Πολιτικές της ΕΕ. Κέντρο Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, σελ. 425, 2014, Νομική Βιβλιοθήκη. Βλέπε επίσης Waelde, “International Energy Investmentin Energy Law Journal (ELJ), 1996, σελ. 191, vol.200. Βλέπε επίσης Sornarajah, The International Law on Foreign Investment, σελ. 74, 3ηΕκδοση, 2010, Cambridge.

2 Ομοίως Κοσμίδης σελ.426. Βλέπε επίσης Johnston, International Exploration Economics, Risk and Contract Analysis, Tulsa, Oklahoma, 2003, σελ.1.

3 Ομοίως. Βλέπε επίσης Barrows, World Petroleum Arrangements, Τόμος ΙΙ, New York 1993, σελ. 788 επ.

4 από την Enargy Oil & Gas συνεπικουρούμενη από την Kavala Oil SA το 2007.

 

5 Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Ιδιωτικού Δικαίου, Τόμος 1, 13η έκδοση, Αθήνα 2010, σελ. 186 επ., Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 5η έκδοση, Αθήνα – Κομοτηνή 2004, σελ. 739 επ.

6 Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο ΙΙ. Μίσθωση Πράγματος, Σύμβαση Έργου. Αθήνα, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 329.

7 Απόστολος Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο. Ειδικό Μέρος. Τόμος Ι, Αθήνα 2004, παρ. 36, αριθ.1. Βλέπε επίσης Αρχανιωτάκης, Η Επαγγελματική Μίσθωση, Στοιχεία Κατάρτιση και Μεταβολές κατά τη λειτουργία της Σύμβασης. Τόμος Ι. Αθήνα, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 7.

8 Παπαστερίου, Κλαβανίδου, Δίκαιο της Δικαιοπραξίας, Αθήνα, Θεσσαλονίκη , 2008, σ.466 επ.

9 Κλαβανίδου, Έλλειψη Πληρεξουσιότητας. Συμβολή στη μελέτη του Δικαίου της Αντιπροσώπευσης και της Παθολογίας της, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, 2004, σελ. 67.

10 Όσον αφορά στη σύμβαση μίσθωσης, βλέπε σχετικά το ΠΔ 127/1996 .

11Όσον αφορά στη σύμβαση διανομής της παραγωγής

12 Γνωστό ως signature bonus.

13Mazeel, Petroleum Fiscal Systems and Contracts, Hamburg, 2010, p.12 and 18.

14 Κασιμάτης/Μαυριάς, Ερμηνεία του Συντάγματος Ι, 2η έκδοση, Αθήνα, Κομοτηνή 2003, άρθρο 1 αριθ.113.

15Φορτσάκης, Δίκαιο της Ενέργειας , Αθήνα 2009, αριθ.433.

16 Παπαστερίου, Εμπράγματο Δίκαιο. Τόμος Ι. Εμπράγματη Σχέση-Πράγμα-Κατοχή –Νομή .Αθήνα, Θεσσαλονίκη 2008, παρ.17. αριθ.4 και επ.

Pin It